Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ


Τοῦ Immanuel Wallerstein

(μετάφραση-σχόλια: Ἰάσων Κουτούφαρης-Μαλανδρίνος)

Immanuel Wallerstein εἶναι ἕνας ἀπό τούς σημαντικότερους ἱστορικούς κοινωνιολόγους τῆς ἐποχῆς μας. Τέως Πρόεδρος τῆς Διεθνοῦς Κοινωνιολογικῆς Ἕνωσης καί Διευθυντής τοῦ Κέντρου Fernand Braudel, δίδαξε επί δεκαετίες στο Δημόσιο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης (Binghamton University). Εἶναι ὁ εἰσηγητής τῆς κοσμοσυστημικῆς ἀνάλυσης, μίας ὁλιστικῆς ὅσο καί ριζοσπαστικῆς ἐξήγησης τοῦ κόσμου μας. Κάποια βιβλία του ἔχουν μεταφραστεῖ στήν γλῶσσα μας[1] (κύριως ἀπό τίς ἐκδόσεις Θύραθεν, ἀπό τόν Σπύρο Μαρκέτο), ὡστόσο τό κορυφαῖο ἔργο του, τό τετράτομο «Νεωτερικό Κοσμοσύστημα» παραμένει δυστυχῶς ἀμετάφραστο.
Παρακάτω, δοκιμάζω νά ἀποδώσω, γιά πρώτη φορά στά ἑλληνικά, τήν Εἰσαγωγή ἀπό τόν πρῶτο τόμο (Immanuel Wallerstein, The Modern World-System I: Capitalist Agriculture and the Origins of the European World-Economy in the Sixteenth Century, University of California Press, Berkeley, 2011 [1974], σελ. 2-11). Ἐδῶ ὁ Wallerstein ἀποτυπώνει τήν πνευματική του ἐξέλιξη, ἀνάγοντάς μας στίς πηγές τῆς σκέψης του. Τό σαφές καί λιτό ὕφος του ἴσως δυσαρεστήσει ὅσους ἐπιμένουν σέ μία θεωρησιακή θεμελίωση τῶν πάντων· θά φάνει ὅμως χρήσιμο σ’ ἐκείνους πού ἀγωνίζονται καθημερινά γιά ἕνα καλύτερο κοινωνικό σύστημα. Ὁ Immanuel Wallerstein μοῦ ἐπέτρεψε νά μεταφράσω γιά τόν Ἀρχειοθραύστη τό παρόν κείμενο, ὑπό τήν προϋπόθεση νά τό μεταφράσω πιστά καί εἰς ὁλόκληρον. Ἐλπίζω νά ἔχω ἀνταποκριθεῖ στό αἴτημά του[2].


Εἰσαγωγή: Σχετικά μέ τήν μελέτη τῆς κοινωνικῆς ἀλλαγῆς


Ἡ ἀλλαγή εἶναι αἰώνια. Τίποτα ποτέ δέν ἀλλάζει. Καί τά δύο κλισέ εἶναι «ἀληθῆ». Οἱ δομές εἶναι ἐκεῖνοι οἱ κοραλλιογενεῖς ὕφαλοι τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων οἱ ὁποῖες ἔχουν μία σταθερή ὕπαρξη γιά σχετικά μακρές χρονικές περιόδους. Ἀλλά ἀκόμη καί οἱ δομές γεννιοῦνται, ἀναπτύσσονται, καί πεθαίνουν.
Ἐκτός κι ἄν ἔχουμε βαλθεῖ νά χρησιμοποιήσουμε τήν μελέτη τῆς κοινωνικῆς ἀλλαγῆς ὡς ὅρο συνώνυμο μέ τήν ὁλότητα τῆς κοινωνικῆς ἐπιστήμης, τό νόημά της θά ἔπρεπε νά περιοριστεῖ στήν μελέτη τῶν ἀλλαγῶν τῶν φαινομένων ἐκείνων πού διαρκοῦν περισσότερο - μέ τόν ἴδιο τόν ὁρισμό τῆς ἀντοχῆς στόν χρόνο νά ὑπόκειται βεβαίως στήν ἀλλαγή ἐντός τοῦ ἱστορικοῦ χρόνου καί χώρου.
Ἕνας ἀπό τούς κυριώτερους ἰσχυρισμούς τῆς κοινωνικῆς ἐπιστήμης παγκοσμίως εἶναι ὅτι ὑπάρχουν μερικά σημαντικά ὁρόσημα στήν ἀνθρώπινη ἱστορία. Ἕνα τέτοιο γενικά ἀναγνωρισμένο ὁρόσημο, ἀλλά ὅμως μελετημένο ἀπό μόνο μία μειοψηφία τῶν κοινωνικῶν ἐπιστημόνων, εἶναι ἡ λεγόμενη νεολιθική ἤ γεωργική ἐπανάσταση. Τό ἄλλο σημαντικό ὁρόσημο εἶναι ἡ δημιουργία τοῦ νεωτερικοῦ κόσμου.
Αὐτό τό τελευταῖο γεγονός βρίσκεται στό ἐπίκεντρο τοῦ μεγαλυτέρου μέρους τῆς θεωρίας τῆς κοινωνικῆς ἐπιστήμης, τῆς σύγχρονης, ἀλλά ἐπίσης καί τοῦ δεκάτου ενάτου αἰῶνα. Ἕνα εἶναι σίγουρο, ὑπάρχει τεράστια διαμάχη ὡς πρός τό ποιά εἶναι τά καθοριστικά χαρακτηριστικά τῶν μοντέρνων καιρῶν (καί συνεπῶς, ποιά εἶναι τά χρονικά τους ὅρια). Ἐπιπροσθέτως, ὑπάρχει μεγάλη ἀσυμφωνία ὡς πρός τίς κινητήριες δυνάμεις αὐτῆς τῆς διαδικασίας τῆς ἀλλαγῆς. Ὅμως, φαίνεται νά ὑφίσταται ἐκτεταμένη συναίνεση γιά τό ὅτι κάποιες σημαντικές δομικές ἀλλαγές πράγματι συνέβησαν στόν κόσμο τίς τελευταῖες ἀρκετές ἑκατοντάδες χρόνια, ἀλλαγές πού καθιστοῦν τόν κόσμο τοῦ σήμερα ποιοτικά διάφορο ἀπό τόν κόσμο τοῦ χθές. Ἀκόμη κι ἐκεῖνοι πού ἀπορρίπτουν τίς ἐξελικτικές ὑποθέσεις μίας ντετερμινιστικῆς προόδου, ἐν τούτοις ἀποδέχονται τήν διαφορά στίς δομές.
Ποιές εἶναι οἱ κατάλληλες μονάδες πρός μελέτη γιά κάποιον πού ἐπιθυμεῖ νά περιγράψει αὐτήν τήν «διαφορά» καί νά τήν αἰτιολογήσει; Κατά μία ἔννοια, πολλές ἀπό τίς μεγαλύτερες θεωρητικές διενέξεις τῶν καιρῶν μας μποροῦν νά συνοψιστοῦν σέ ἐπιχειρήματα σχετικά μ’ αὐτό. Εἶναι ἡ κορυφαία ἀναζήτηση τῆς σύγχρονης κοινωνικῆς ἐπιστήμης. Ἁρμόζει, λοιπόν, ὁποιοδήποτε ἔργο πού ἀξιώνει νά ἀναλύσει τήν διαδικασία τῆς κοινωνικῆς ἀλλαγῆς στόν νεωτερικό κόσμο, νά ἀρχίζει μέ τήν διανοητική διαδρομή τῆς ἐννοιολογικῆς ἔρευνας τοῦ δημιουργοῦ.
Ἀρχικά μοῦ κίνησαν τό ἐνδιαφέρον τά κοινωνικά ἐρείσματα τῆς πολιτικῆς σύγκρουσης στήν δική μου κοινωνία. Σκέφτηκα ὅτι κατανοώντας τίς τροπικότητες τούτης τῆς σύγκρουσης, θά μποροῦσα νά συμβάλω ὡς ἔλλογο ὄν στήν διαμόρφωση τῆς κοινωνίας μου. Αὐτό μέ ὁδήγησε σέ δύο μεγάλα ἐρωτήματα. Τό ἕνα ἦταν κατά πόσον «ὅλη ἡ ἱστορία εἶναι ἡ ἱστορία τῆς πάλης τῶν τάξεων»[3]. Μέ ἄλλα λόγια, εἶναι οἱ τάξεις οἱ μόνες σημαντικές λειτουργικές μονάδες στόν κοινωνικό καί πολιτικό στίβο; Ἤ, ὅπως ὑποστήριξε ὁ Weber, εἶναι μόνο μία ἀπό τήν τριάδα τῶν μονάδων -τάξη, ἱεραρχημένη ὁμάδα κύρους, κόμμα[4]- πού ὑπάρχουν, οἱ ἀλληλεπιδράσεις μεταξύ τῶν ὁποίων ἐξηγοῦν τήν πολιτική διαδικασία; Παρ’ ὅτι εἶχα τίς προκαταλήψεις μου ἐπί τοῦ θέματος, ἀνακάλυψα, ὅπως καί ἄλλοι πρίν ἀπό μένα, ὅτι οὔτε ἡ διασάφηση αὐτῶν τῶν ὅρων οὔτε ἡ περιγραφή τῶν σχέσεών τους ἦταν εὔκολο νά ἀποσαφηνιστεῖ. Αἰσθανόμουν ὅλο καί περισσότερο πώς αὐτό ἦταν πολύ περισσότερο ἕνα ἐννοιολογικό παρά ἕνα ἐμπειρικό πρόβλημα, καί πώς, γιά νά βρεθεῖ λύση στό πρόβλημα, τοὐλάχιστον στήν δική μου σκέψη, θά ἔπρεπε νά τοποθετήσω τά ζητήματα ἐντός ἑνός εὐρύτερου διανοητικοῦ πλαισίου.
Τό δεύτερο μεγάλο ἐρώτημα, τό ὁποῖο συνδεόταν μέ τό πρῶτο, ἦταν σέ ποιό βαθμό θά μποροῦσε νά ὑπάρχει ἤ πράγματι ὑπῆρχε μία ἀξιακή συναίνεση ἐντός μίας δεδομένης κοινωνίας, καί στόν βαθμό πού μία τέτοια συναίνεση ὑπῆρχε, κατά πόσον ἡ παρουσία ἤ ἡ ἀπουσία της πράγματι καθόριζε σημαντικά τίς πράξεις τῶν ἀνθρώπων. Αὐτό τό ἐρώτημα συνδέεται μέ τό πρῶτο διότι, μόνον ἐάν ἀπορριφθεῖ ὁ πρωταρχικός χαρακτήρας τῆς κοινωνικῆς πάλης στήν κοινωνία τῶν πολιτῶν[5], μπορεῖ ἔστω νά τεθεῖ τό συγκεκριμένο ἐρώτημα.
Οἱ ἀξίες εἶναι βεβαίως πρᾶγμα ἄπιαστο γιά τήν παρατηρήση καί ἔνοιωσα ἐξαιρετικά ἄβολα μέ ἕνα μεγάλο μέρος ἀπό τήν θεωρητικολογία σχετικά μέ τίς ἀξίες, ἡ ὁποία ἔμοιαζε συχνά νά συνδυάζει τήν ἀπουσία αὐστηρῆς ἐμπειρικῆς βάσης μέ τήν προσβολή τῆς κοινῆς λογικῆς. Ἀκόμη, ἦταν ξεκάθαρο ὅτι ἄτομα καί ὁμάδες σαφῶς δικαιολογοῦσαν τίς πράξεις τους μέ ἀναφορά σέ ἰδεολογίες. Ἐπιπροσθέτως, φαινόταν ἐπίσης καθαρά ὅτι οἱ ὁμάδες ἔγιναν περισσότερο συνεκτικές καί συνεπῶς, πιό ἀποτελεσματικές πολιτικά στόν βαθμό πού εἶχαν συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ τους, τό ὁποῖο ἐσήμαινε ὅτι ἀνέπτυξαν μία κοινή γλῶσσα καί μία Weltanschauung[6].
Ἀπό τήν κοινωνία μου, τό ἐμπειρικό μου ἐνδιαφέρον μετατοπίστηκε στήν Ἀφρική, μέ τήν ἐλπίδα εἴτε ὅτι θά ἀνακάλυπτα, μέ ὅτι θά ἔβρισκα ἐκεῖ, τήν ἐπιβεβαίωση ποικίλων θεωριῶν εἴτε ὅτι μιά ματιά σέ μακρινά κλίματα θά ὄξυνε τήν ἀντίληψή μου, κατευθύνοντας τήν προσοχή μου σέ ζητήματα πού διαφορετικά θά παρέβλεπα. Ἀνέμενα νά συμβεῖ τό πρῶτο. Τελικῶς, συνέβη τό δεύτερο.
Πήγα γιά πρώτη φορά στήν Ἀφρική κατά τήν διάρκεια τῆς ἀποικιοκρατίας, καί ἔγινα μάρτυρας τῆς διαδικασίας τῆς «ἀποαποικιοποίησης», κι ἔπειτα τῆς ἀνεξαρτησίας μίας πλημμυρίδας κυρίαρχων κρατῶν. Λευκός καθῶς ἤμουν, βομβαρδίστηκα ἀπό τήν ἀποικιοκρατική νοοτροπία τῶν μακροχρόνια ἐγκατεστημένων στήν Ἀφρική Εὐρωπαίων. Καί συμπαθῶν καθώς ἤμουν τῶν ἐθνικιστικῶν κινημάτων[7], μυήθηκα στίς ὀργισμένες ἀναλύσεις καί τά αἰσιόδοξα πάθη τῶν νεαρῶν μαχητῶν τῶν ἀφρικανικῶν κινημάτων. Δέν μοῦ πῆρε πολύ καιρό νά καταλάβω πώς ὄχι μόνο αὐτές οἱ δύο ὁμάδες διαφωνοῦσαν πλήρως στά πολιτικά ζητήματα, ἀλλά καί προσέγγιζαν τήν κατάσταση μέ ἐντελῶς διαφορετικά σύνολα ἐννοιολογικῶν πλαισίων.
Γενικώτερα, σέ μία βαθιά ἀντιπαράθεση, ἡ ὅραση τῶν καταπιεσμένων εἶναι πιό ὀξυμένη ὅσον ἀφορᾶ τήν παροῦσα πραγματικότητα. Κι αὐτό ἐπειδή τούς συμφέρει νά ἔχουν ὀρθή ἀντίληψη οὕτως ὥστε νά ἐκθέτουν τίς ὑποκρισίες τῶν ἐξουσιαστῶν. Τούς ἐνδιαφέρει λιγότερο ἡ ἰδεολογική παρέκκλιση. Ἔτσι συνέβη καί σ’ αὐτήν τήν περίπτωση. Οἱ ἐθνικιστές ἔβλεπαν τήν πραγματικότητα στήν ὁποία ζοῦσαν ὡς μία «ἀποικιοκρατική κατάσταση», δηλαδή μία κατάσταση ὅπου τόσο ἡ δική τους κοινωνική δράση ὅσο καί ἐκείνη τῶν Εὐρωπαίων πού ζοῦσαν δίπλα τους ὡς διοικητές, ἱεραπόστολοι, δάσκαλοι, καί ἔμποροι, καθορίζονταν ἀπό τούς περιορισμούς μίας καί μόνης νομικῆς καί κοινωνικῆς ὀντότητας. Ἔβλεπαν ἐπίσης ὅτι ὁ πολιτικός μηχανισμός βασιζόταν σέ ἕνα σύστημα καστῶν ἐντός τοῦ ὁποίου ἡ κοινωνική θέση (rank) καί συνεπῶς ἡ ἐπιβράβευση (reward) ἀναγνωριζόταν βάσει τῆς ράτσας.
Οἱ Ἀφρικανοί ἐθνικιστές ἦταν ἀποφασισμένοι νά ἀλλάξουν τίς πολιτικές δομές μέσα στίς ὁποῖες ζοῦσαν. Ἔχω ἀφηγηθεῖ ἀλλοῦ[8] αὐτήν τήν ἱστορία καί δέν εἶναι σχετική ἡ ἀναφορά της ἐδῶ. Αὐτό πού εἶναι σχετικό ἐδῶ εἶναι ὅτι μέσῳ αὐτῆς ἀντιλήφθηκα τόν βαθμό κατά τόν ὁποῖον ἡ κοινωνία ὡς ἀφαίρεση εἶχε σοβαρά περιοριστεῖ σέ πολιτικό-δικαιϊκά συστήματα ὡς μία ἐμπειρική πραγματικότητα. Ἀποτελοῦσε μία λανθασμένη προοπτική ἡ χρήση μίας μονάδας ὅπως ἡ «φυλή» καί ἡ ἐπιδίωξη ἀνάλυσης τῶν λειτουργιῶν της δίχως ἀναφορά στό γεγονός ὅτι, σέ μία ἀποικιοκρατική κατάσταση, οἱ θεσμοί πού διεῖπαν μία, μακράν τοῦ νά εἶναι «κυρίαρχη», «φυλή» ὁριοθετούνταν στενά ἀπό τούς νόμους (καί τά ἔθιμα) μίας εὐρύτερης ὀντότητας τῆς ὁποίας ἀποτελοῦσαν ἀναπόσπαστος μέρος, τῆς ἀποικίας. Πράγματι αὐτό μέ ὁδήγησε στήν εὐρύτερη γενίκευση ὅτι ἡ μελέτη τῆς κοινωνικῆς ὀργάνωσης ἦταν σέ μεγάλο βαθμό ἐλαττωματική ἐξ αἰτίας τῆς ἐκτεταμένης ἀπουσίας διερεύνησης τοῦ νομικοῦ καί πολιτικοῦ πλαισίου ἐντός τοῦ ὁποίου τόσο οἱ ὀργανισμοί ὅσο καί τά μέλη τους λειτουργοῦσαν.
Ἐπεδίωξα νά ἀνακαλύψω τα γενικά γνωρίσματα μίας ἀποικιοκρατικής κατάστασης, καί νά περιγράψω αὐτό πού θεώρησα ὡς τήν «φυσική ἱστορία» της. Σύντομα κατάλαβα ὅτι ἔπρεπε νά διατηρήσω κάποιους τοὐλάχιστον παράγοντες τοῦ κοσμοσυστήματος σταθερούς. Ἔτσι, αὐτοπεριορίστηκα σέ μία ἀνἀλυση τοῦ πῶς τό ἀποικιοκρατικό σύστημα λειτουργοῦσε σέ ἐκεῖνες τίς χῶρες οἱ ὁποῖες ὑπῆρξαν κατά τόν 19ο καί 20ο αἰῶνα ἀποικίες τῶν εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων καί ἀποτελοῦσαν «ὑπερπόντιες κτήσεις» αὐτῶν τῶν δυνάμεων. Μέ σταθερό αὐτό τό δεδομένο, θεώρησα ὅτι θά μποροῦσα νά ἐξάγω γενικῶς ἰσχύουσες παρατηρήσεις σχετικά μέ τόν ἀντίκτυπο τῆς ἐπιβολῆς τῆς ἀποικιοκρατικῆς ἐξουσίας (authority) στήν κοινωνική ζωή, τά κίνητρα καί τίς τροπικότητες τῆς ἀντίστασης σέ αὐτήν τήν ἐξουσία (authority), τούς μηχανισμούς διά τῶν ὁποίων οἱ ἀποικιοκρατικές δυνάμεις (powers) παγίωσαν καί ἐπεζήτησαν νά νομιμοποιήσουν τήν ἰσχύ (power) τους, τήν ἀντιφατική φύση τῶν δυνάμεων (forces) τῶν ἱκανῶν νά λειτουργήσουν ἐντός αὐτοῦ τοῦ πλαισίου, τούς λόγους γιά τούς ὁποίους ὁδηγήθηκαν στό νά σχηματίσουν ὀργανώσεις πού ἀμφισβήτησαν τήν ἀποικιοκρατική ἐξουσία (rule), καί τά δομικά στοιχεῖα πού προετοίμασαν τήν ἐπέκταση καί τόν ἐνδεχόμενο πολιτικό θρίαμβο τῶν ἀντιαποικιοκρατικῶν κινημάτων. Ἡ μονάδα ἀνάλυσης σέ ὅλο αὐτό ἦταν ἡ ἀποικιακή ἐπικράτεια ὅπως νομικά προσδιοριζόταν ἀπό τήν διοικοῦσα ἐξουσία.
Ἐνδιαφέρθηκα ἐξίσου γιά τό τί συνέβη σ’ αὐτά τά «νέα κράτη» μετά τήν ἀνεξαρτησία. Ὅπως ἡ μελέτη τῶν ἀποικιακῶν περιοχῶν ἔμοιαζε νά ἐπικεντρώνεται στίς αἰτίες τῆς κατάρρευσης τῆς καθεστηκυίας πολιτικῆς τάξης, ἡ μελέτη τῆς περιόδου μετά τήν ἀνεξαρτησία φαινόταν νά ἑστιάζει στό ἀντίθετο ζήτημα: πῶς ἐγκαθιδρύεται μία νομιμοποιημένη ἐξουσία (authority) καί πῶς ἕνα αἴσθημα τοῦ ἀνήκειν στήν ἐθνική ὀντότητα ἐξαπλώνεται ἀνάμεσα στούς πολίτες.
Ὡστόσο, τούτη ἡ δεύτερη μελέτη βρέθηκε ἀντιμέτωπη μέ προβλήματα. Κατ’ ἀρχάς, ἡ μελέτη τῆς μετα-ἀνεξαρτησιακῆς πολιτικῆς τῶν ἀφρο-ἀσιατικῶν κρατῶν ἔμοιαζε νά εἶναι μία διαδικασία κυνηγητοῦ τῶν πρωτοσέλιδων. Ἀναγκαστικά μποροῦσε νά ὑφίσταται σχετικά μικρό ἱστορικό βάθος. Ἐπί πλέον, ἐτίθετο τό παράδοξο πρόβλημα τῆς Λατινικῆς Ἀμερικῆς. Οἱ καταστάσεις παρουσιάζονταν ποικιλοτρόπως παράλληλες, καί ὅλο καί περισσότεροι ἄνθρωποι ἄρχισαν νά ἀντιλαμβάνονται τίς τρεῖς ἡπείρους ὡς ἕναν «Τρίτο Κόσμο». Ὅμως, οἱ χῶρες τῆς Λατινικῆς Ἀμερικῆς εἶχαν ὐπάρξει πολιτικά ἀνεξάρτητες γιά 150 χρόνια. Οἱ κουλτοῦρες[9] τους συνδέονταν μέ τήν εὐρωπαϊκή παράδοση πολύ περισσότερο ἀπό ὁ,τιδήποτε στήν Ἀφρική ἤ τήν Ἀσία. Τό ὅλο ἐγχείρημα φαινόταν νά μένει μετέωρο σέ ἔδαφος λίαν ἀσταθές.
Ἀναζητώντας τήν κατάλληλη μονάδα ἀνάλυσης, στράφηκα σέ «κράτη κατά τήν περίοδο μετά τήν τυπική άνεξαρτησία ἀλλά πρίν τήν ἐπίτευξη αὐτοῦ πού μπορεῖ νά ὀνομαστεῖ ἐθνική ὁλοκλήρωση[10]». Τοῦτος ὁ ὁρισμός μποροῦσε νά συμπεριλάβει τό μεγαλύτερο μέρος ἤ καί ὅλη τήν Λατινική Ἀμερική καθ’ ὅλο τό χρονικό διάστημα μέχρι σήμερα. Ἐν τούτοις περιελάμβανε καταφανῶς καί ἄλλες περιοχές. Περιελάμβανε γιά παράδειγμα τίς Ἡνωμένες Πολιτεῖες τῆς Ἀμερικῆς, τοὐλάχιστον στήν περίοδο πρίν ἄς ποῦμε τόν Ἐμφύλιο Πόλεμο. Σίγουρα περιελάμβανε τήν Ἀνατολική Εὐρώπη, τοὐλάχιστον ὥς τόν εἰκοστό αἰῶνα καί πιθανῶς μέχρι σήμερα. Καί περιελάμβανε ἀκόμη καί τήν Δυτική καί Νότια Εὐρώπη, τοὐλάχιστον σέ προγενέστερες χρονικές περιόδους.
Ὑποχρεώθηκα ἑπομένως βάσει αὐτῆς τῆς λογικῆς νά στρέψω τήν προσοχή μου στήν πρώιμη νεωτερική Εὐρώπη[11]. Τοῦτο μέ ὁδήγησε πρώτα στό ἐρώτημα τοῦ τί θά μποροῦσα νά θέσω ὡς ἀφετηρία αὐτῆς τῆς διαδικασίας, μίας διαδικασίας πού προσωρινά σχηματοποίησα, ἐλλείψει καλύτερου ἐννοιολογικοῦ ἐργαλείου, ὡς τήν διαδικασία τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ[12]. Ἐπί πλέον, ἦταν ἀναγκαῖο νά ἐξετάσω τό ζήτημα ὄχι μόνο τῶν ἀφετηριακῶν ἀλλά καί τῶν καταληκτικῶν σημείων, ἐκτός κι ἄν ἤθελα νά συμπεριλάβω τήν Βρετανία ἤ τήν Γερμανία τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνα σάν στιγμές τῆς μίας καί αὐτῆς κοινωνικῆς διαδικασίας. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, τό τελευταῖο ἔμοιαζε prima facie[13] ἀμφίβολο, τά καταληκτικά σημεῖα ἔπρεπε νά ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν.
Σ’ αὐτό ἀκριβῶς τό σημεῖο, ἐνεπλάκην ξεκάθαρα σέ ἕνα ἀναπτυξιακό σχῆμα καί τήν κάπως ὑπόρρητη ἰδέα τῶν σταδίων τῆς ἀνάπτυξης. Τό γεγονός αὐτό ἔθεσε μέ τήν σειρά του δύο προβλήματα: κριτήρια γιά νά προσδιοριστοῦν τά στάδια, καί συγκρισιμότητα τῶν μονάδων διά μέσου τοῦ ἱστορικοῦ χρόνου.
Πόσα στάδια εἶχαν ὑπάρξει; Πόσα θά μποροῦσαν νά ὑπάρχουν; Εἶναι ἡ ἐκβιομηχάνιση ἕνα σημεῖο καμπῆς ἤ ἡ συνέπεια κάποιου πολιτικοῦ σημείου καμπῆς; Ποιό θά μποροῦσε, σ’ αὐτά τά συμφραζόμενα, νά εἶναι τό ἐμπειρικό νόημα ἑνός ὅρου σάν τήν «ἐπανάσταση», ὅπως στήν Γαλλική Ἐπανάσταση ἤ τήν Ρωσική Ἐπανάσταση; Ἦταν αὐτά τά στάδια μονογραμμικά[14], ἤ θά μποροῦσε μία μονάδα νά «ὀπισθοδρομήσει»; Φαινόταν ὅτι εἶχα βαδίσει σέ ἕναν ἀπέραντο ἐννοιολογικό βάλτο.
Ἐπί πλέον, ἡ ἔξοδος ἀπό τόν ἐννοιολογικό βάλτο ἦταν ἰδιαίτερα δύσκολη λόγῳ τῆς ἀπουσίας ὀρθολογικῶν ὀργάνων μέτρησης. Πῶς θά μποροῦσε κάποιος νά ἰσχυριστεῖ ὅτι ἡ Γαλλία τοῦ δεκάτου ἑβδόμου αἰῶνα ἦταν κατά μία ἔννοια ἰσοδύναμη μέ τήν Ἰνδία τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνα; Οἱ ἀμύητοι[15] ἴσως νά θεωροῦσαν μία τέτοια δήλωση παράλογη. Θά ἦταν τόσο ἐσφαλμένοι; Θά μπορούσαμε κάλλιστα νά ὀπισθοχωρήσουμε στίς φόρμουλες τῶν ἐγχειριδίων[16] τίς ἀρετές τῆς ἐπιστημονικῆς ἀφαίρεσης, ἀλλά οἱ πρακτικές δυσκολίες τῆς σύγκρισης ἔμοιαζαν τεράστιες.
Ἕνας τρόπος διαχείρισης τῆς «παράλογης» ἰδέας νά συγκρίνουμε δύο τόσο ἀνόμοιες μονάδες, ἔγκειτο στό νά δεχθοῦμε τήν βασιμότητα τῆς ἀντίρρησης καί νά προσθέσουμε μία ἄλλη μεταβλητή – τό κοσμικό πλαίσιο κάθε δεδομένης ἐποχῆς, ἤ αὐτό τό ὁποῖο ὁ Wolfram Eberhard[17] εἶχε ἀποκαλέσει «κοσμικό χρόνο». Τοῦτο ἐσήμαινε ὅτι ἐνῶ ἡ Γαλλία τοῦ δεκάτου ἑβδόμου αἰῶνα θά μποροῦσε νά ἔχει μοιραστεῖ κάποια δομικά χαρακτηριστικά μέ τήν Ἰνδία τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνα, αὐτά ἔπρεπε νά ἰδωθοῦν ὡς πολύ διαφορετικά στίς διαστάσεις τοῦ κοσμικοῦ πλαισίου. Αὐτό ἦταν ἐννοιολογικά διαφωτιστικό, ἀλλά κατέστησε τήν μέτρηση ἀκόμη πιό περίπλοκη.
Ἐν τέλει, διαφαινόταν καί ἄλλη μία δυσκολία. Ἐάν οἱ δεδομένες κοινωνίες διέρχονταν ἀπό «στάδια», δηλαδή εἶχαν μία «φυσική ἱστορία», τί συνέβαινε μέ τό ἴδιο τό κοσμοσύστημα; Δέν εἶχε «στάδια», ἤ τοὐλάχιστον μία «φυσική ἱστορία»; Ἐάν ναί, δέν μελετούσαμε ἐξελίξεις ἐντός ἐξελίξεων; Καί ἄν ἦταν ἔτσι, δέν κατέληγε ἡ θεωρία νά ὑπερφορτωθεῖ μέ ἐπικύκλους[18]; Δέν  χρειαζόταν μιά κάποια ὤθηση πρός τήν ἁπλοποίηση;
Μοῦ φαινόταν ὅτι πράγματι χρειαζόταν. Σ’ αὐτό τό σημεῖο ἦταν πού ἐγκατέλειψα ἐντελῶς τήν ἰδέα νά πάρω εἴτε τό κυρίαρχο κράτος εἴτε ἐκείνη τήν ἀσαφῆ ἔννοια, τήν ἐθνική κοινωνία, ὡς μονάδα ἀνάλυσης. Ἀπεφάσισα ὅτι καμμία ἐξ αὐτῶν δέν ἦταν κοινωνικό σύστημα καί ὅτι κάποιος θά μποροῦσε νά μιλήσει γιά κοινωνική ἀλλαγή μόνο στά πλαίσια τῶν κοινωνικῶν συστημάτων. Τό μόνο, μέσα σ’ αὐτό τό σχῆμα, κοινωνικό σύστημα ἦταν τό κοσμοσύστημα.
Φυσικά, αὐτό ἦταν ἐξαιρετικά ἁπλοποιητικό. Εἶχα ἕναν τύπο μονάδας ἀντί μονάδων μέσα σέ μονάδες. Θά μποροῦσα νά ἐξηγήσω τίς ἀλλαγές στά κυρίαρχα κράτη ὡς συνεπεῖς σέ σχέση μέ τήν ἐξέλιξη καί τήν ἀλληλεπίδραση τοῦ κοσμοσυστήματος. Ἀλλά ἦταν ἐπίσης ἐξαιρετικά περίπλοκο. Εἶχα πιθανῶς μόνο ἕνα παράδειγμα αὐτῆς τῆς μονάδας στήν νεωτερική ἐποχή. Ἄς ὑποθέσουμε ὅτι πράγματι εἶχα δίκιο, ὅτι ἡ ὀρθή μονάδα ἀνάλυσης ἦταν τό κοσμοσύστημα, καί ὅτι τά κυρίαρχα κράτη ἔπρεπε νά ἰδωθοῦν ὡς ἕνα εἶδος ὀργανωτικῆς δομῆς ἀνάμεσα σέ ἄλλα στά πλαίσια ἑνός καί μόνου κοινωνικοῦ συστήματος. Θά μποροῦσα λοιπόν νά κάνω τίποτε περισσότερο πέρα ἀπό τό νά γράψω τήν ἱστορία του;
Δέν ἐνδιαφερόμουν νά γράψω τήν ἱστορία του, οὔτε καί κατ’ ἐλάχιστον εἶχα τήν ἀπαραίτητη γιά ἕνα τέτοιο ἔργο ἐμπειρική γνώση. (Καί λόγῳ τῆς ἰδιαίτερης φύσης του, λίγα ἄτομα θά μποροῦσαν.) Ὅμως, εἶναι δυνατόν νά ὑφίστανται νόμοι γιά τό μοναδικό; Ὑπό μία αὐστηρή ἔννοια, προφανῶς καί δέν εἶναι δυνατόν. Μία δήλωση περί αἰτιότητας ἤ πιθανότητας (causality or probability) συγκροτεῖται ὑπό τόν ὅρο μίας σειρᾶς ὅμοιων φαινομένων ἤ ὅμοιων παραδειγμάτων. Ἀκόμη κι ἄν κάποιος ἐπιχειροῦσε νά συμπεριλάβει σέ μία τέτοια σειρά ἐκεῖνα πού πιθανῶς (probably) ἤ ἔστω, δυνητικῶς (possibly), θά συμβοῦν στό μέλλον, αὐτό πού θά μποροῦσε νά προταθεῖ ἐδῶ δέν ἦταν νά προστεθεῖ μία σειρά μελλοντικῶν δυνατῶν (possible) παραδειγμάτων σέ ἕνα δίκτυο παροντικῶν καί παρελθοντικῶν παραδειγμάτων. Ἦταν νά προστεθεῖ μία σειρά μελλοντικῶν δυνατῶν παραδειγμάτων σέ ἕνα καί μόνο δίκτυο παρελθόντος-παρόντος.
Εἶχε ὑπάρξει μόνο ἕνας «νεωτερικός κόσμος». Ἴσως κάποτε ἀνακαλυφθεῖ ὅτι ὑπάρχουν συγκρίσιμα φαινόμενα σέ ἄλλους πλανῆτες, ἤ πρόσθετα νεωτερικά κοσμοσυστήματα σέ τοῦτον ἐδῶ. Ἀλλά ἐδῶ καί τώρα, ἡ πραγματικότητα ἦταν ξεκάθαρη – μόνο ἕνας. Σ’ αὐτό τό σημεῖο ἦταν πού ἐμπνεύστηκα ἀπό τήν ἀναλογία μέ τήν ἀστρονομία ἡ ὁποία ἐπιζήτει νά ἐξηγήσει τούς νόμους πού κυβερνοῦν τό Σύμπαν, παρ’ ὅτι (ἀπ’ ὅσο γνωρίζουμε) μόνο ἕνα Σύμπαν ἔχει ὑπάρξει ποτέ.
Τί κάνουν οἱ ἀστρονόμοι; Ὅπως τό καταλαβαίνω, ἡ λογική τῶν ἐπιχειρημάτων τους ἐμπλέκει δύο χωριστές λειτουργίες. Χρησιμοποιοῦν τούς νόμους πού προκύπτουν ἀπό τήν μελέτη μικρότερων φυσικῶν ὀντοτήτων, τούς νόμους τῆς φυσικῆς, καί ὑποστηρίζουν (πιθανῶς μέ κάποιες συγκεκριμένες ἐξαιρέσεις) ὅτι αὐτοί οἱ νόμοι ἰσχύουν κατ’ ἀναλογίαν γιά τό σύστημα ὡς ὅλον. Δεύτερον, ἐπιχειρηματολογοῦν a posteriori[19]. Ἐάν τό ὅλο σύστημα βρίσκεται σέ μία δεδομένη κατάσταση στήν χρονική στιγμή y, εἶναι πολύ πιθανό νά βρίσκεται σέ μία ὁρισμένη κατάσταση στήν χρονική στιγμή x.
Καί οἱ δύο μέθοδοι εἶναι ἰντριγκαδόρικες, καί γι’ αὐτόν τόν λόγο, στό πεδίο τῆς κοσμολογίας, τῆς μελέτης δηλαδή τῆς λειτουργίας (functioning) τοῦ συστήματος ὡς ὅλου, ὑποθέσεις διατυπώμενες ἀπό εὐυπόληπτους ἀστρονόμους βρίσκονται σέ ἄγρια ἀντιπαράθεση. Ἀκριβῶς ἔτσι ἀντιτίθενται καί οἱ ἀπόψεις σχετικά μέ τίς ἐξηγήσεις τοῦ νεωτερικοῦ κοσμοσυστήματος, μία κατάσταση πραγμάτων πού μᾶλλον θά συνεχιστεῖ γιά ἀρκετό χρονικό διάστημα. Πράγματι, οἱ μελετητές τῆς λειτουργίας τοῦ κοσμοσυστήματος πιθανῶς ἐμπλέκονται σέ κάτι τέτοιο εὐκολότερα σέ σχέση μέ τούς μελετητές τῆς λειτουργίας τοῦ Σύμπαντος συγκριτικά μέ τήν ποσότητα ἐμπειρικῶν ἐνδείξεων πού ἔχουν στήν διάθεσή τους.
Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐμπνεύστηκα ἀπό τό ἐπίγραμμα τοῦ T.J.G. Locher[20]: «Δέν πρέπει νά συγχέουμε τήν ὁλότητα μέ τήν πληρότητα. Τό ὅλον εἶναι κάτι περισσότερο ἀπό τό ἄθροισμα τῶν μερῶν του, ἀλλά σίγουρα εἶναι καί κάτι λιγότερο»[21].
Σκόπευα νά περιγράψω τό κοσμοσύστημα σέ ἕνα ὁρισμένο ἐπίπεδο ἀφαίρεσης, ἐκεῖνον τῆς ἐξέλιξης τῶν δομῶν τοῦ ὅλου συστήματος. Ἐνδιαφερόμουν νά περιγράψω μεμονωμένα συμβάντα μόνο ἐφ’ ὅσον φώτιζαν τό σύστημα ὡς τυπικές στιγμές κάποιου μηχανισμοῦ, ἤ συνιστοῦσαν τά κρίσιμα σημεῖα καμπῆς σέ κάποια μείζονα θεσμική ἀλλαγή.
Τέτοιου εἴδους σχέδιο εἶναι διαχειρίσιμο στόν βαθμό πού ὑπάρχει μία μεγάλη ποσότητα ἐμπειρικοῦ ὑλικοῦ, καί αὐτό τό ὑλικό βρίσκεται τοὐλάχιστον ἐν μέρει στήν μορφή ἀντιστικτικῆς ἀμφιλεγόμενης ἐργασίας. Εὐτυχῶς αὐτή φαίνεται νά εἶναι μέχρι στιγμῆς ἡ περίπτωση ἑνός μεγάλου ἀριθμοῦ θεμάτων τῆς σύγχρονης ἱστορίας.
Μία ἀπό τίς σημαντικότερες ἔγνοιες τῆς νεωτερικῆς κοινωνικῆς ἐπιστήμης ἔχει ἀποτελέσει ἡ προσπάθεια νά ἐπιτευχθεῖ ἡ ποσοτικοποίηση τῶν ἐρευνητικῶν ἀποτελεσμάτων. Ἡ χρησιμοποίηση τῆς ἔντονα ἀφηγηματικῆς βάσης τοῦ μεγαλυτέρου μέρους τῆς ἱστορικῆς ἔρευνας δέν φαίνεται νά προσφέρεται γιά μία τέτοια ποσοτικοποίηση. Ποιά εἶναι λοιπόν ἡ ἀξιοπιστία τέτοιων δεδομένων, καί κατά πόσον μπορεῖ κάποιος νά ἐξάγει ἀσφαλῆ συμπεράσματα ἀπό τό ὑλικό σχετικά μέ τήν λειτουργία ἑνός συστήματος ὅπως αὐτό; Εἶναι ἡ μείζων τραγωδία τῆς κοινωνικῆς ἐπιστήμης τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνα ὅτι τόσο μεγάλο ποσοστό τῶν κοινωνικῶν ἐπιστημόνων, ἀντιμετωπίζοντας τοῦτο τό δίλημμα, ἔχει καταθέσει τά ὅπλα[22]. Τά ἱστορικά δεδομένα τούς φαίνονται ἀσαφῆ καί ἀκατέργαστα, καί ὡς ἐκ τούτου, ἀναξιόπιστα. Πίστευαν ὅτι δέν μποροῦσαν νά κάνουν κάτι περισσότερο γι’ αὐτό τό γεγονός, ὁπότε ἦταν καλύτερο νά ἀποφύγουν τήν χρήση τους . Καί ὁ καλύτερος τρόπος γιά νά μήν τά χρησιμοποιήσουν ἦταν νά σχηματοποιήσουν τά προβλήματα κατά τέτοιον τρόπο ὥστε ἡ χρήση τους [τῶν δεδομένων] νά μήν ἐνδείκνυται.
Ἔτσι ἡ ἱκανότητα ποσοτικοποίησης τῶν δεδομένων καθόρισε τήν ἐπιλογή τῶν ἐρευνητικῶν προβλημάτων, πού μέ τήν σειρά τους καθόρισαν τίς ἐννοιολογικές κατασκευές μέ τίς ὁποῖες κάποιος προσδιόρισε καί χειρίστηκε τά ἐμπειρικά δεδομένα. Θά πρέπει νά καθίσταται σαφές μέ ἑνός λεπτοῦ σκέψη ὅτι αὐτό ἀποτελεῖ ἀντιστροφή τῆς ἐπιστημονικῆς διαδικασίας. Ἡ ἐννοιοποίηση πρέπει νά καθορίζει τά ἐρευνητικά ἐργαλεῖα, τοὐλάχιστον τίς περισσότερες φορές, καί ὄχι τό ἀντίστροφο. Ὁ βαθμός ποσοτικοποίησης ὀφείλει νά ἀντανακλᾶ ἁπλῶς τήν μέγιστη δυνατή ἀκρίβεια γιά δεδομένα προβλήματα καί δεδομένες μεθόδους σέ δεδομένες χρονικές στιγμές. Ὡς ἐπί τό πλεῖστον, ἡ ποσοτικοποίηση εἶναι πάντοτε ἐπιθυμητή, στόν βαθμό πού παρέχει ἀποδείξεις γιά τά ζητήματα τά ἐξαγόμενα ἀπό τήν ἐννοιολογική ἄσκηση. Σ’ αὐτό τό στάδιο τῆς ἀνάλυσης τοῦ κοσμοσυστήματος, ὁ ἐπιτευχθείς καί ἄμεσα ἀντιληπτός βαθμός ποσοτικοποίησης εἶναι περιορισμένος. Κάνουμε ὅ,τι καλύτερο μποροῦμε καί προχωροῦμε πέρα ἀπό ἐκεῖνο τό σημεῖο.
Ἐν τέλει, τίθεται τό ζήτημα τῆς ἀντικειμενικότητας καί τῆς στράτευσης. Δέν πιστεύω ὅτι ὑπάρχει κοινωνική ἐπιστήμη πού νά μήν εἶναι στρατευμένη. Αὐτό δέν σημαίνει ὡστόσο ὅτι δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀντικειμενική. Ἀποτελεῖ κατ’ ἀρχήν ζήτημα σαφοῦς καθορισμοῦ τῶν ὅρων μας. Τόν δέκατο ἔνατο αἰῶνα, μέ τήν ἐξέγερση κατά τῆς παραμυθένιας χροιᾶς τόσων καί τόσων προγενεστέρων ἱστορικῆς συγγραφῆς, μᾶς παραδόθηκε τό ἰδανικό τοῦ νά ἀφηγούμαστε τήν ἱστορία wie es eigentlich gewesen ist[23]. Ἐν τούτοις, ἡ κοινωνική πραγματικότητα εἶναι ἐφήμερη. Ἐμφανίζεται στό παρόν καί ἐξαφανίζεται ὅπως κινεῖται πρός τό παρελθόν. Μποροῦμε νά ἀφηγηθοῦμε τό παρελθόν μόνο ὅπως πράγματι εἶναι[24], ὄχι ὅπως ἦταν. Διότι τό νά ἐξιστορεῖς τό παρελθόν, εἶναι μία κοινωνική ἐνέργεια τοῦ παρόντος, πού συντελεῖται ἀπό ἀνθρώπους τοῦ παρόντος καί ἐπηρεάζει τό κοινωνικό σύστημα τοῦ παρόντος.
Ἡ «ἀλήθεια» ἀλλάζει διότι ἡ κοινωνία ἀλλάζει. Σέ ὁποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή, τίποτα δέν εἶναι συνεχές (successive)· καθετί εἶναι συγχρονικό (contemporaneous), ἀκόμη κι ἐκεῖνο πού ἀποτελεῖ παρελθόν. Καί στό παρόν εἴμαστε ὅλοι ἀθεράπευτα, προϊόντα τοῦ ὑποβάθρου μας, τῆς ἐκπαίδευσής μας, τῆς προσωπικότητας καί τοῦ κοινωνικοῦ μας ρόλου, καί τῶν δομημένων πιέσεων στό πλαίσιο τῶν ὁποίων λειτουργοῦμε. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχουν ἐπιλογές. Μᾶλλον τό ἀντίθετο. Ἕνα κοινωνικό σύστημα καί ὅλοι οἱ συστατικοί θεσμοί του, συμπεριλαβανομένων τῶν κυρίαρχων κρατῶν τοῦ νεωτερικοῦ κόσμου, εἶναι οἱ loci[25] ἑνός εὐρέος φάσματος κοινωνικῶν ὁμάδων– σέ ἐπαφή, σέ συμπαιγνία, καί πάνω ἀπ’ ὅλα, σέ σύγκρουση μεταξύ τους. Ἐφ’ ὅσον ὅλοι μας ἀνήκουμε σέ περισσότερες ὁμάδες, συχνά ἀναγκαζόμαστε νά λάβουμε ἀποφάσεις σύμφωνα μέ τίς προτεραιότητες πού θέτουν οἱ ἠθικοπολιτικές μας δεσμεύσεις. Οἱ λόγιοι καί οἱ ἐπιστήμονες δέν ἐξαιροῦνται κάπως ἀπό τούτη ἡ ἀξίωση. Οὔτε καί ἡ ἀξίωση περιορίζεται στούς ἐξωεπιστημονικούς, ἄμεσα πολιτικούς ρόλους τους στό κοινωνικό σύστημα.
Σίγουρα, τό νά εἶσαι λόγιος ἤ επιστήμων ἔγκειται στό νά ἐπιτελεῖς ἕναν ἰδιαίτερο ρόλο ἐντός τοῦ κοινωνικοῦ συστήματος, ἀρκετά διαφορετικό ἀπό τό νά εἶσαι ἀπολογητής ὁποιασδήποτε ἰδιαίτερης ὁμάδας. Δέν ὑποβαθμίζω τόν ρόλο τοῦ συνηγόρου. Εἶναι οὐσιώδης καί σεβαστός, ἀλλά ὄχι ὁ ἴδιος μέ ἐκεῖνον τοῦ λογίου ἤ τοῦ ἐπιστήμονα. Ὁ ρόλος τῶν τελευταίου εἶναι νά διακρίνει, στά πλαίσια τῆς στράτευσής του, τήν παροῦσα πραγματικότητα τῶν φαινομένων πού μελετᾶ, στό νά ἐξάγει ἀπό τήν μελέτη του γενικές ἀρχές, βάσει τῶν ὁποίων τελικῶς συγκεκριμένες ἐφαρμογές μποροῦν νά προκύψουν. Μ’ αὐτήν τήν ἔννοια, δέν ὑφίσταται ἐρευνητικό πεδίο πού νά μήν εἶναι «σχετικό». Διότι ἡ σωστή κατανόηση τῆς κοινωνικῆς δυναμικῆς τοῦ παρόντος ἀπαιτεῖ μία θεωρητική κατανόηση πού μπορεῖ νά βασιστεῖ μόνο στήν μελέτη τοῦ εὐρύτερου δυνατοῦ φάσματος φαινομένων, πού περιέχονται μέσα στό σύνολο τοῦ ἱστορικοῦ χρόνου καί χώρου.
Ὅταν ἀναφέρομαι στήν «παροῦσα πραγματικότητα» τῶν φαινομένων, δἐν ἐννοῶ ὅτι προκειμένου νά ἐνισχύσει τούς πολιτικούς ἰσχυρισμούς μίας κυβέρνησης, ἕνας ἀρχαιολόγος, γιά παράδειγμα, θά ὄφειλε νά ὑποστηρίξει πώς τά εὑρήματα πού ἀποκάλυψε χαρακτηρίζουν μία ὁμάδα, ἐνῶ στήν πραγματικότητα θεωρεῖ ὅτι χαρακτηρίζουν κάποια ἄλλη. Ἐννοῶ ὅτι τό ὅλο ἐγχείρημα τῆς ἀρχαιολογίας ἐξ ὑπαρχῆς -ἡ κοινωνική ἐπένδυση σ’ αὐτόν τόν κλάδο ἐπιστημονικῆς δραστηριότητας, ὁ προσανατολισμός τῆς ἔρευνας, τά ἐννοιολογικά ἐργαλεῖα, οἱ τρόποι ἀνακεφαλαίωσης καί δημοσιοποιήσης τῶν ἀποτελεσμάτων- εἶναι λειτουργίες (functions) τοῦ κοινωνικοῦ παρόντος. Τό νά σκέφτεσαι διαφορετικά συνιστᾶ στήν καλύτερη περίπτωση αὐταπάτη. Ἡ ἀντικειμενικότητα εἶναι ἐντιμότητα ἐντός αὐτοῦ τοῦ πλαισίου.
Ἡ ἀντικειμενικότητα ἀποτελεῖ μία λειτουργία (function) τοῦ ὅλου κοινωνικοῦ συστήματος. Ἐφ’ ὅσον τό σύστημα εἶναι μεροληπτικό, συγκεντρώνοντας συγκεκριμένα εἴδη τῆς ἐρευνητικῆς δραστηριότητας στά χέρια ὁρισμένων ὁμάδων, τά ἀποτελέσματα θά «ἐκβιαστοῦν» ὑπέρ αὐτῶν τῶν ὁμάδων. Ἡ ἀντικειμενικότητα εἶναι τό διάνυσμα τῆς κατανομῆς τῆς κοινωνικῆς ἐπένδυσης σέ μία δραστηριότητα τέτοια πού ἐπιτελεῖται ἀπό πρόσωπα ριζωμένα σέ ὅλες τίς μείζονες ὁμάδες τοῦ κοσμοσυστήματος μέ ἕναν ἰσορροπημένο τρόπο. Δεδομένου αὐτοῦ τοῦ ὁρισμοῦ, δέν ἔχουμε μία ἀντικειμενική κοινωνική ἐπιστήμη σήμερα. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, τοῦτο δέν εἶναι ἕνας ἀνέφικτος στόχος[26] γιά τό ἐγγύς μέλλον.
Ἔχουμε ἤδη ὑποδείξει ὅτι ἡ μελέτη τῶν κοσμοσυστημάτων ἀποτελεῖ ἰδιαίτερη πρόκληση λόγῳ τῆς ἀδυναμίας εὕρεσης συγκρίσιμων παραδειγμάτων. Ἀποτελεῖ ἐπίσης ἰδιαίτερη πρόκληση διότι ὁ κοινωνικός ἀντίκτυπος τῶν δηλώσεων ἀναφορικά μέ τό κοσμοσύστημα εἶναι σαφῶς καί ἀμέσως ἐμφανής σέ ὅλους τούς σημαντικούς παράγοντες τοῦ πολιτικοῦ στίβου. Κατά συνέπεια, οἱ κοινωνικές πιέσεις στούς λογίους καί τούς ἐπιστήμονες, στήν μορφή ἑνός σχετικά αὐστηροῦ κοινωνικοῦ ἐλέγχου στίς δραστηριότητές τους, εἶναι ἰδιαίτερα ἰσχυρές σ’ αὐτό τό πεδίο. Αὐτό παρέχει μία πρόσθετη ἐξήγηση, κοντά σ’ ἐκείνην τῶν μεθοδολογικῶν διλημμάτων, γιά τήν ἀπροθυμία τῶν λογίων νά δραστηριοποιηθοῦν σ’ αὐτόν τόν τομέα.
Ἀλλά ἀντιστρόφως, αὐτός ἀκριβῶς εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο εἶναι σημαντικό νά πράξουμε κατ’ αὐτόν τόν τρόπο. Ἡ ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου νά συμμετέχει ἔλλογα στήν ἐξέλιξη τοῦ δικοῦ του συστήματος ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἱκανότητά του νά συλλαμβάνει τό ὅλον. Ὅσο πιό δύσκολο ἀναγνωρίζουμε ὅτι εἶναι τό ἔργο, τόσο περισσότερο ἐπείγει νά ξεκινήσουμε πιό νωρίς παρά πιό ἀργά. Δέν εἶναι φυσικά πρός τό συμφέρον ὅλων τῶν ὁμάδων αὐτό νά γίνει. Ἐδῶ ἐμφιλοχωρεῖ ἡ στράτευση μας. Ἐξαρτᾶται ἀπό τήν εἰκόνα πού ἔχουμε γιά τήν ἰδανική κοινωνία. Στόν βαθμό πού ἐπιθυμοῦμε ἕναν κόσμο πιό ἐξισωτικό (egalitarian), πιό ἐλευθεριακό (libertarian), ὀφείλουμε νά κατανοήσουμε τίς συνθῆκες ὑπό τίς ὁποῖες αὐτές οἱ καταστάσεις εἶναι πραγματοποιήσιμες. Γιά νά γίνει αὐτό ἀπαιτεῖται πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα μία σαφής ἔκθεση τῆς φύσης καί τῆς ἐξέλιξης τοῦ νεωτερικοῦ κοσμοσυστήματος μέχρι σήμερα, καί τό φάσμα τῶν δυνατῶν ἐξελίξεων στό παρόν καί τό μέλλον. Αὐτό τό εἶδος γνώσης θά ἦταν δύναμη. Καί στό πλαίσιο τῆς στράτευσης μου, θά ἦταν μία δύναμη περισσότερο χρήσιμη σ’ ἐκεῖνες τίς ὁμάδες πού ἐκπροσωποῦν τά συμφέροντα τῶν μεγαλυτέρων καί πιό καταπιεσμένων κομματιῶν τοῦ παγκόσμιου πληθυσμοῦ.
Εἶναι λοιπόν μ’ αὐτές τίς σκέψεις κατά νοῦ πού ἀποδύθηκα σ’ αὐτήν τήν προσπάθεια νά ἀναλύσω τά καθοριστικά στοιχεῖα τοῦ νεωτερικοῦ κοσμοσυστήματος. Θά χρειαστοῦν ἀρκετοί τόμοι γιά νά ὁλοκληρωθεῖ τοῦτο τό καθῆκον, ἀκόμη καί στήν προκαταρκτική μορφή πού αὐτή ἡ ἐργασία ἀναγκαστικά θά ἔχει.
Ἔχω διαιρέσει τό ἔργο, τοὐλάχιστον ἀρχικά, σέ τέσσερα κύρια μέρη, ἀνταποκρινόμενα σέ ὅ,τι θεωρῶ ὡς τίς τέσσερις σημαντικές ἐποχές, ὥς τώρα, τοῦ νεωτερικοῦ κοσμοσύστηματος. Αὐτός ὁ πρῶτος τόμος ἀσχολεῖται μέ τίς ἀπαρχές καί τίς πρώιμες συνθῆκες τοῦ κοσμοσυστήματος, πρός τό παρόν ἑνός εὐρωπαϊκοῦ μόνο κοσμοσυστήματος. Κατά προσέγγιση, αὐτά καλύπτουν τήν περίοδο 1450-1640. Ὁ δεύτερος τόμος θά ἀφιερωθεῖ στήν παγίωση αὐτοῦ τοῦ συστήματος, χοντρικά μεταξύ τοῦ 1640 καί τοῦ 1815. Ὁ τρίτος θά πραγματευθεῖ τήν μετατροπή τῆς κοσμοοικονομίας σέ ἕνα παγκόσμιο ἐγχείρημα, πού κατέστη ἐφικτή ἐξ αἰτίας τοῦ τεχνολογικοῦ μετασχηματισμοῦ τοῦ νεωτερικοῦ βιομηχανικοῦ συστήματος. Αὐτή ἡ ἐπέκταση ἦταν τόσο ξαφνική καί τόσο σπουδαία ὥστε στήν πραγματικότητα τό σύστημα ἔπρεπε νά ἀναδημιουργηθεῖ. Ἐδῶ ἡ περίοδος εἶναι περίπου 1815-1917. Ὁ τέταρτος τόμος θά ἀσχοληθεῖ μέ τήν παγίωση αὐτῆς τῆς καπιταλιστικῆς κοσμοοικονομίας ἀπό τό 1917 ὥς σήμερα, καί τίς ἰδιαίτερες «ἐπαναστατικές» τάσεις πού ἔχει προκαλέσει τούτη ἡ παγίωση.
Μεγάλο μέρος τῆς σύγχρονης κοινωνικῆς ἐπιστήμης ἔχει καταλήξει νά εἶναι ἡ μελέτη τῶν ὁμάδων καί τῶν ὀργανισμῶν, ὅταν δέν ἔχει γίνει μεταμφιεσμένη κοινωνική ψυχολογία. Αὐτή ἡ ἐργασία, ὡστόσο, περιλαμβάνει ὄχι τήν μελέτη τῶν ὁμάδων, ἀλλά τῶν κοινωνικῶν συστημάτων. Ὅταν κάποιος μελετᾶ ἕνα κοινωνικό σύστημα, οἱ κλασσικές διαχωριστικές γραμμές μέσα στήν κοινωνική ἐπιστήμη στεροῦνται νοήματος. Ἀνθρωπολογία, οἰκονομικά, πολιτική ἐπιστήμη, κοινωνιολογία -καί ἱστορία- ἀποτελοῦν διαιρέσεις ἑνός γνωστικοῦ κλάδου προσδεδεμένου σέ μία ὁρισμένη φιλελεύθερη ἀντίληψη τοῦ κράτους καί τῶν σχέσεών του μέ λειτουργικούς (functional) καί γεωγραφικούς τομεῖς τῆς κοινωνικῆς τάξης (social order). Ἔχουν μία περιορισμένη σημασία ἐάν ἡ μελέτη κάποιου ἑστιάζει στούς ὀργανισμούς. Στεροῦνται παντελῶς νοήματος ἐάν ἑστιάζει στό κοινωνικό σύστημα. Δέν ζητῶ μία πολυεπιστημονική προσέγγιση στήν μελέτη τῶν κοινωνικῶν συστημάτων, ἀλλά μία μονοεπιστημονική προσέγγιση[27]. Τό οὐσιαστικό περιεχόμενο αὐτοῦ τοῦ βιβλίου θά ξεκαθαρίσει, ἐλπίζω, τί ἐννοῶ μέ τούτη τήν φράση, καί πόσο σοβαρά τό λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν.

*

 

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ


Ὁ Σπύρος Μαρκέτος, προσεκτικός μεταφραστής τριῶν ἐκ τῶν ὀκτώ ἑλληνικῶν ἐκδόσεων τοῦ Wallerstein, παρατηρεῖ ὅτι δέν ἔχουν ἀκόμη ἀποκρυσταλλωθεῖ κοινῆς ἀποδοχῆς ἀποδόσεις τῆς θεμελιῶδους ὁρολογίας του[28].
Κινούμενος πρός τήν κατεύθυνση τῆς παγίωσης κάποιων ὅρων, υἱοθέτησα κατά κύριο λόγο τίς μεταφράσεις τοῦ Μαρκέτου. Κατά συνέπεια: world-economy=κοσμοοικονομία, world-system=κοσμοσύστημα, tribe=φυλή, race=ράτσα, expansion=ἐπέκταση, unit=μονάδα, entity = ὀντότητα (ἄν καί θά ἦταν ἐξ ἴσου δόκιμη σέ κάποιες περιπτώσεις καί ἡ «ἑνότητα»), citizenry=πολίτες.
Ἡ λέξη modern ἀποδόθηκε ὡς νεωτερικός. Σέ δύο μόνο περιπτώσεις, μεταφράστηκε ὡς σύγχρονος (σύγχρονη ἱστορία) καί μοντέρνος (μοντέρνοι καιροί), πρός καλύτερη ἐξυπηρέτηση τοῦ νοήματος. Ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, ἡ λέξη σύγχρονος ἀποδίδει τό contemporary.
Τό colonial μεταφράστηκε ὡς ἀποικιοκρατικός, ὡστόσο: colonial era=ἀποικιοκρατία, colonial territory=ἀποικιακή περιοχή/ἀποικιακή ἐπικράτεια (ἐνῶ ὁ Μαρκέτος μεταφράζει γενικῶς «ἀποικία»).
Μέ προβλημάτισαν οἱ λέξεις commitment(s) καί loyalties, τῶν ὁποίων οἱ συνήθεις ἀποδόσεις «δέσμευση» καί «πίστη, ἀφοσίωση» δέν ἀποδίδουν ἐπαρκῶς τό νόημα τους. Προτίμησα: commitment(s)=στράτευση καί loyalties=ἠθικοπολιτικές δεσμεύσεις.
Μετέφρασα σταθερά τό conceptual ὡς «ἐννοιολογικός», παρ’ ὅτι κάποτε θά ταίριαζε καί τό «ἐννοιακός». Θεώρησα ὅμως τήν «ἐννοιοποίηση» παραστατικότερη ἀπόδοση τῆς conceptualization ἀπό τήν «ἐννοιολόγηση».
quantifiability ἀποδόθηκε ὡς «ἱκανότητα ποσοτικοποίησης», ἄν καί ἐρωτοτρόπησα μέ τόν νεολογισμό «ποσοτικοποιησιμότητα».
Γιά τόν Μαρκέτο, operation καί function ἀποδίδονται ἀδιακρίτως ὡς «λειτουργία». Τόν ἀκολούθησα καί ἀπέφυγα νά ἀνατρέξω στίς σύνθετες ἀποδόσεις τῆς συστημικῆς θεωρίας[29], ἐπειδή νομίζω ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Wallerstein δέν θέλησε νά ἐμπλακεῖ στίς διαφοροποιήσεις πού ἐκείνη εἰσήγαγε. Ἄς παρατηρηθεῖ ἁπλῶς ὅτι τό function ἔχει ἕνα περισσότερο «ὀργανικιστικό» νόημα, καί χρησιμοποιεῖται συνήθως γιά νά χαρακτηρίσει τήν λειτουργία ἑνός συστήματος, ἤ τῶν (σχεδόν τελεολογικά θεωρουμένων) ἐξαρτημάτων του. Ὁ κανόνας γιά τόν Wallerstein εἶναι ἡ operation, ὁπότε τά σημεῖα χρήσης τῆς function ἐπισημαίνονται ἐντός τοῦ κειμένου.
Κάποιες ἄλλες ἐπιλογές:
action=δράση, actions=πράξεις, act=ἐνέργεια, whole=ὅλο, totality=ὁλότητα, modalities=τροπικότητες, apparatuses=κατασκευές (ἄν καί τό ἀπολύτως ἀκριβές θά ἦταν «συσκευές»), intellectual=διανοητικός, good society= ἰδανική κοινωνία.
Τέλος, ὅπου κρίθηκε σκόπιμο γιά τήν ἀμεσότερη κατανόηση τοῦ κειμένου, διατηρήθηκε ὁ ἀγγλικός ὅρος ἐντός παρενθέσεως.




[1] Βιβλία τοῦ Wallerstein στά ἑλληνικά:
1. Ἱστορικός Καπιταλισμός, μτφ. Μέττα Τσικρικᾶ, Θεμέλιο, Ἀθήνα, 1987
2. Φυλή, Ἔθνος, Τάξη. Οἱ διφορούμενες ταυτότητες (μέ τόν Étienne Balibar), μτφ. Ἄγγελος Ἐλεφάντης/Ἑλένη Καλαφάτη, Ὁ πολίτης, Ἀθήνα 1991
3. Μετά τόν φιλελευθερισμό, μτφ. Κωνσταντίνος Δοδόπουλος, εἰσ. Κωνσταντίνος Τσουκαλᾶς, Ἠλέκτρα, Ἀθήνα, 2005
4. Ἡ παρακμή τῆς ἀμερικανικῆς ἰσχύος: Οἱ ΗΠΑ σέ ἕναν χαοτικό κόσμο, μτφ. Τάσος Σαμουηλίδης, Ἑξάντας, Ἀθήνα, 2005
5. Οὐτοπιστική ἤ ἀλλιῶς ἱστορικές ἐπιλογές γιά τόν 21ο αἰῶνα, μτφ. Θάλεια Παύλου, Κέδρος, Ἀθήνα, 2007
6. Γιά νά καταλάβουμε τόν κόσμο μας, Εἰσαγωγή στήν Ἀνάλυση Κοσμοσυστημάτων, μτφ. Σπύρος Μαρκέτος, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2009
7. Εὐρωπαϊκός Οἰκουμενισμός: Ἡ ρητορική τῆς δύναμης, μτφ. Σπύρος Μαρκέτος, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2010
8. Σύγκρουση Πολιτισμῶν; Ἠ μεγάλη εἰκόνα καί τό μελλοντικό σύστημα, μτφ. Σπύρος Μαρκέτος/Ἐλίνα Φωτεινοῦ, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2011
[2] Στό κείμενο ἔχουν προστεθεῖ ὡς ὑποσημειώσεις, πέρα ἀπό μία παραπομπή τοῦ ἴδιου τοῦ Wallerstein πού ἐπισημαίνεται, καί ἐπεξηγήσεις γιά τήν καλύτερη κατανόησή του.
[3] Ἡ ἀκριβής ἀπόδοση τῆς διάσημης φράσης τοῦ Κομμουνιστικοῦ Μανιφέστου, κατά τήν ἔκδοση τῆς Σύγχρονης Ἐποχῆς (Ἀθήνα, 1984, σελ. 18), εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ἡ ἱστορία ὅλων τῶν ὥς τά τώρα κοινωνιῶν εἶναι ἱστορία κοινωνικῶν ἀγώνων». Ὁ Wallerstein γράφει: «all history is the history of the class struggle».
[4] Βλ. Max Weber, «Τάξεις, νομοκατεστημένες τάξεις, κόμματα [γερμ. Klassen, Stände, Parteien, σέ Max Weber, Οἰκονομία καί Κοινωνία, Β' τόμος: Κοινότητες, Σαββάλας, Ἀθήνα, 2007, σελ. 140-159. Μεταφράζω τό status-group ὡς ἱεραρχημένη ὁμάδα κύρους, ἀκολουθώντας τήν μετάφραση τοῦ Μαρκέτου (Wallerstein, 2009). Ἄλλοι, ὅπως ὁ μεταφραστής τοῦ προαναφερθέντος ἔργου τοῦ Weber Θ. Γκιούρας, ἀποδίδουν τόν ὅρο ὡς «νομοκατεστημένη τάξη». Ὁ ἴδιος ὁ Wallerstein θεωρεῖ ὡς σχεδόν ταυτόσημο τόν ὅρο ταυτότητα (identity).
[5] Ἡ κοινωνία τῶν πολιτῶν (civil society) εἶναι ἕνας ἐξαιρετικά πολύσημος -κι ὡς ἐκ τούτου ἀμφίσημος- ὅρος. Πρίν τόν 19ο αἰῶνα, ὁ ὅρος χρησιμοποιήθηκε γιά νά ὑποδηλώσει τό ὀργανωμένο κράτος, τήν θεσμισμένη πολιτική κοινότητα (βλ. π.χ. Hobbes, De Cive, 1647, V, XI). Ὁ Adam Ferguson (Essay on the History of Civil Society, 1767) φαίνεται ὅτι πρωτοχρησιμοποίησε τόν ὅρο γιά νά περιγράψει τήν καπιταλιστική κοινωνία τοῦ ἐγωϊστικοῦ συμφέροντος. Ὁ Hegel (Grundlinien der Philosophie des Rechts, 1821) ἐπισημοποίησε τήν διαφορά τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν ἀπό τήν πολιτική κοινωνία, δηλαδή τό Κράτος. Ὁ Marx υἱοθέτησε ἀρχικά τήν ἑγελιανή ὁρολογία, ἀπό τό Κομμουνιστικό Μανιφέστο (1848) καί ὕστερα ὅμως χρησιμοποίησε τόν ὅρο γιά νά δηλώσει τήν κοινωνία ὅπου ἐπικρατεῖ ὁ καπιταλιστικός τρόπος παραγωγῆς. Γιά τόν Gramsci (I quaderni dal carcere, 1948), ἡ società politica (Κράτος stricto sensu: διοίκηση, κατασταλτικοί μηχανισμοί) καί ἡ società civile (ἰδεολογικοί μηχανισμοί τοῦ Κράτους: οἰκογένεια, σχολεῖα, συνδικάτα, Μ.Μ.Ε., πολιτιστικές ὀργανώσεις, κτλ) ἀποτελοῦν τίς δύο ὄψεις τοῦ Κράτους. Προσφάτως, ἡ κοινωνία τῶν πολιτῶν συχνά ταυτίζεται μέ τήν πληθώρα τῶν Μή Κυβερνητικῶν Ὀργανώσεων, ἡ ὁποία ὑποτίθεται ὅτι ἀποτελεῖ δείκτη «δημοκρατικότητας» μίας χώρας. Ὁ Θ.Χ. Παπαδόπουλος (στήν μετάφραση του τῶν Διανοουμένων τοῦ Gramsci, Στοχαστής, Ἀθήνα, 1972, σελ. 166, σημ. 8) εἶχε ἀποδώσει τόν ὅρο ὡς «ἰδιωτική κοινωνία», ἄποψη ἐπαρκῶς θεμελιωμένη, μέ τήν ὁποία συντάχθηκε καί ὁ Ἀριστόβουλος Μάνεσης (Συνταγματικό Δίκαιο Ι, Σάκκουλας, Θεσ/νίκη, 1980, σελ. 92-93, ὑπ. 101), ὡστόσο ἀκολούθησα τήν μετάφραση τοῦ Μαρκέτου, ἡ ὁποία ἄλλωστε ὑποστηρίζεται ἀπό τό μεγαλύτερο μέρος τῆς σχετικῆς βιβλιογραφίας.
[6] Κοσμοθεωρία. Γερμανικά στό κείμενο. Ὑπογράμμιση τοῦ Wallerstein. Τόν ὅρο Weltanschauung συναντοῦμε γιά πρώτη φορά στόν Kant (Kritik der Urteilskraft, 1790, § 26) μέ τήν σημασία τῆς ἐποπτείας τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου. Ἡ σύγχρονη χρήση τοῦ ὅρου ὡς κοσμοθεώρησης μέ ἰδεολογική χροιά μπορεῖ νά ἀνιχνευθεῖ στόν Hegel (μέ πρώτη μᾶλλον ἀναφορά στό Die Differenz des Fichteschen und Schellingschen Systems der Philosophie, 1801).
[7] Παρά τίς ἀρνητικές ἤ στρεβλές συνυποδηλώσεις αὐτοῦ τοῦ ταλαιπωρημένου ὅρου στήν γλῶσσα μας, ὁ Wallerstein χρησιμοποιεῖ ἐναλλακτικά τούς ὅρους national καί nationalist γιά νά χαρακτηρίσει τό εἶδος ἀντισυστημικῶν κινημάτων, πού ὁ ἴδιος περιγράφει ὡς ἑξῆς: «ἐθνικά κινήματα (national movements): Ὀνομάζονται ἐπίσης ἐθνικιστικά κινήματα καί ἐθνικοαπελευθερωτικά κινήματα. Εἶναι κινήματα τά ὁποία σκοπό ἔχουν νά ὑπερασπιστοῦν ἕνα "ἔθνος" πού, καθῶς ὑποστηρίζουν οἱ ὑπέρμαχοί του, καταπιέζεται ἀπό κάποιο ἄλλο ἔθνος, εἴτε ἐπειδή ἔχει ἀποικιοποιηθεῖ ἀπό τό δεύτερο, εἴτε ἐπειδή τά "ἐθνικά" (συχνά, κατ’ οὐσίαν, γλωσσικά) δίκαιά του δέν ἀναγνωρίζονται στά πλαίσια τοῦ κράτους, εἴτε ἐπειδή κάποια ἄτομα τῆς ἐθνικῆς ὁμάδας πού διεκδικεῖ ὑπόσταση ἔθνους ὁδηγοῦνται σέ κατώτερες κοινωνικές καί οἰκονομικές θέσεις στό πλαίσιο τοῦ κράτους. Τά ἐθνικά κινήματα συνήθως ἐπιδιώκουν τήν ἀνεξαρτητοποίηση τοῦ καταπιεσμένου ἔθνους, δηλαδή τόν διαχωρισμό του ἀπό τό κράτος πού κατηγορεῖται ὅτι τό καταπιέζει» (Γιά νά καταλάβουμε τόν κόσμο μας, Εἰσαγωγή στήν Ἀνάλυση Κοσμοσυστημάτων, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2009, σελ. 165-166).
[8]Wallerstein ξεκίνησε τήν πορεία του ὡς ἀφρικανολόγος καί ὑποστηρικτής τῶν ἀφρικανικῶν ἐθνικῶν κινημάτων. Κάποια σχετικά βιβλία του εἶναι: Africa: The Politics of Independence (1961), The Road to Independence: Ghana and the Ivory Coast (1964), Social Change: The Colonial Situation (1966), καί τό εὐρύτερα γνωστό Africa: The Politics of Unity: An analysis of a Contemporary Social Movement (1967).
[9] ὅρος culture δηλώνει -μή ἀξιολογικά- τά ἤθη καί ἔθιμα μίας ὁποιασδήποτε ἀνθρώπινης ὁμάδας, ἐνῶ ὅρος civilization σημαίνει τόν ἀνώτερο, τον πιό «ἐξελίγμένο» πολιτισμό. 
[10] ἐθνική ὁλοκλήρωση (national integration) σημαίνει τήν κατασκευή μίας «ἐθνικῆς κοινωνίας» στά πλαίσια τοῦ νεωτερικοῦ κράτους, τῆς παραγωγῆς δηλαδή μίας ἀποκλειστικῆς ταυτότητας, ἰδίως σέ ἐπίπεδο γλώσσας καί συμβολισμῶν, γιά τούς ὑπηκόους μίας ὁρισμένης κρατικῆς ἐξουσίας. Αὐτό ἐπιτυγχάνεται μέσῳ τριῶν βασικῶν θεσμῶν: τοῦ κρατικοῦ σχολικοῦ συστήματος, τοῦ στρατοῦ, καί τῶν ἐθνικῶν ἑορτασμῶν. νεωτερική ἐθνική ταυτότητα προκύπτει μέ τήν ἀξιοποίηση ἤδη ὑπαρχόντων πολιτισμικῶν στοιχείων τά ὁποῖα πριμοδοτοῦνται ἀπό τό κράτος ἔναντι ἄλλων, καί τελικῶς ὑπερισχύουν ἐντός τῆς ἐδαφικῆς ἐπικράτειας.
[11] Ὡς early modern Europe θεωρεῖται κατά προσέγγιση ἡ περίοδος 1450-1750, δηλαδή μετά τόν Μεσαίωνα καί πρίν τήν Γαλλική Ἐπανάσταση.
[12] Ἡ θεωρία τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ (modernization theory) εἶναι κοινωνιολογική θεωρία πού ἀναπτύχθηκε κατά τίς δεκαετίες τοῦ 1950 καί τοῦ 1960. Προέβλεπε καί ἀξιολογοῦσε ὡς θετική τήν σύγκλιση τῶν ὑπανάπτυκτων οἰκονομιῶν μέ τό ἐπίπεδο τῶν δυτικῶν χωρῶν μέσῳ μίας γραμμικῆς, ἐξελικτικῆς μετάβασης πού περιελάμβανε κυρίως τήν ἀποδοχή τῶν «δυτικῶν ἀξιῶν» (ἐλεύθερη ἀγορά, ἀντιπροσωπευτική δημοκρατία, κτλ). Ἡ ἀπάντηση στίς ἀνεπάρκειες τούτης τῆς θεωρίας ἦταν ἡ θεωρία τῆς ἐξάρτησης, μία ἐκ τῶν πηγῶν τῆς βαλλερσταϊνικῆς ἀνάλυσης.
[13] Ἐκ πρώτης ὄψεως. Λατινικά στό κείμενο.
[14] Ἡ μονογραμμική (unilinear) ἐξέλιξη εἶναι ἡ κοινωνιολογική ἄποψη κατά τήν ὁποία ὅλες οἱ κοινωνίες ἀναπτύσσονται, διερχόμενες ἀπό ἴδια στάδια.
[15] Ἡ λέξη layman (ἀμύητος) σημαίνει τόν μή ἐπαΐοντα, ἐκεῖνον πού δέν ἔχει ἐντρυφήσει στά ἐπιστημονικά ζητήματα. Ἡ πρωταρχική σημασία τῆς λέξης ἦταν "λαϊκός, μή κληρικός".
[16]Wallerstein μᾶλλον ἀναφέρεται στά πανεπιστημιακά συγγράμματα τῶν φοιτητικῶν του χρόνων, μετά τόν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ὅταν ἡ κοινωνιολογία εἶχε ἀπεμπολήσει τόν ἱστορικό της προσανατολισμό, ὄντας ἕρμαιο, κατά τόν C. Wright Mills (The Sociological Imagination, 1959), τῶν grand theories καί τοῦ abstracted empiricism.
[17]Wolfram Eberhard (1909-1989) ἦταν κοινωνιολόγος, γνωστός γιά τίς ἔρευνές του σχετικά μέ τίς ἀσιατικές κοινωνίες καί ἰδιαίτερα ἐκεῖνες τῆς Κίνας. Ὁ ὅρος world time ἀνευρίσκεται στό ἔργο του Conquerors and Rulers: Social Forces in Medieval China, E.J. Brill, Leiden, 1965, σελ. 13 ἑπ..
[18] Ἐπίκυκλος εἶναι ὁ κύκλος τοῦ ὁποίου τό κέντρο βρίσκεται στήν περιφέρεια ἑνός ἄλλου μεγαλύτερου κύκλου. Στό γεωκεντρικό σύστημα τοῦ Πτολεμαίου, ἐπίκυκλοι ὀνομάζονταν οἱ ὑποθετικές κυκλικές τροχιές τῶν πλανητῶν (συμπεριλαμβανομένων τοῦ Ἥλιου καί τῆς Σελήνης), τά κέντρα τῶν ὁποίων διέγραφαν καί μία μεγαλύτερη κυκλική τροχιά γύρω ἀπό τήν Γῆ. Ἡ «πρόσθεση ἐπικύκλων» συμβολίζει τήν ἀνώφελη προσπάθεια διόρθωσης ἑνός ἀνεπαρκοῦς ἐπιστημονικοῦ παραδείγματος, δίχως νά ἐγκαταλείπονται οἱ λανθασμένες προϋποθέσεις του.
[19] Λατινικά στό κείμενο.
[20] Ὁ Theodor Jakob Gottlieb Locher (1900-1970) ἦταν Ὁλλανδός ἱστορικός. Δέν κατάφερα νά ἐντοπίσω ἀπό ποιό ἔργο του προέρχεται ἡ συγκεκριμένη φράση.
[21] Σημ. τοῦ Wallerstein: Die Überwindung des europäozentrischen Geschichtsbildes (1954), σελ. 15, ὅπως παρατίθεται ἀπό τόν G. Barraclough στό H.P.R. Finberg, ed., Approaches to History: A Symposium (University of Toronto Press, 1962), σελ. 94.
[22] Wallerstein γράφει have thrown the sponge "ἔχει ρίξει τό σφουγγάρι". φράση σημαίνει «ἐγκαταλείπω τόν ἀγῶνα, ἀναγνωρίζω τήν ἥττα μου, τά παρατάω», καί προέρχεται ἀπό ἕνα ἔθιμο στόν χῶρο τῆς ἐπαγγελματικῆς πυγμαχίας, ὅπου τό πρόσωπο τό ἐπιφορτισμένο νά σφουγγίζει τόν πυγμάχο στό μεσοδιάστημα τῶν γύρων, πετᾶ τό σφουγγάρι του στόν ἀέρα ὡς ἀναγνώριση τῆς ἥττας.
[23] «Ὅπως πράγματι συνέβη», φράση τοῦ Γερμανοῦ ἱστορικοῦ Leopold von Ranke (1795-1886). Γερμανικά στό κείμενο. Ὑπογράμμιση τοῦ Wallerstein.
[24] Ὑπογράμμιση τοῦ Wallerstein.
[25] Χῶροι. Λατινικά στό κείμενο.
[26] Λογοπαίγνιο τοῦ Wallerstein. Ἡ λέξη objective σημαίνει καί «ἀντικειμενικός», ἀλλά καί «στόχος».
[27]Wallerstein (Γιά νά καταλάβουμε τόν κόσμο μας, Εἰσαγωγή στήν Ἀνάλυση Κοσμοσυστημάτων, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2009, σελ. 175) γράφει: «Μονοεπιστημονικότητα (unidisciplinarity): Ὅρος ὁ ὁποῖος θά ἔπρεπε νά διακρίνεται σαφῶς ἀπό τήν πολυεπιστημονικότητα [multi-disciplinarity] ἤ τήν διεπιστημονικότητα [trans-disciplinarity]. Οἱ τελευταῖοι ἀναφέρονται στήν ἰδέα, πού σήμερα εἶναι τοῦ συρμοῦ, ὅτι μεγάλο μέρος τῆς ἔρευνας διεξάγεται καλύτερα ὅταν ὁ ἐρευνητής ἤ ἡ ἐρευνητική ὁμάδα συνδυάζουν τίς δεξιότητες δύο ἤ περισσοτέρων γνωστικῶν κλάδων. Ἡ μονοεπιστημονικότητα παραπέμπει στήν ἰδέα ὅτι σήμερα, τοὐλάχιστον στίς κοινωνικές ἐπιστῆμες, δέν ὑπάρχουν ἐπαρκεῖς διανοητικοί λόγοι γιά ὁποιονδήποτε διαχωρισμό μεταξύ τῶν γνωστικῶν κλάδων, καί ἀντίθετα ὅλη ἡ δουλειά μας θά ἔπρεπε νά θεωρεῖται κομμάτι μίας ἑνιαίας πειθαρχίας [discipline], ἡ ὁποία μερικές φορές ὀνομάζεται ἱστορικές κοινωνικές ἐπιστῆμες».
[28] Γιά νά καταλάβουμε τόν κόσμο μας, Εἰσαγωγή στήν Ἀνάλυση Κοσμοσυστημάτων, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2009, σελ. 254.
[29] Γιά παράδειγμα, ὁ Νίκος Λίβος (στήν μετάφραση τῆς Εἰσαγωγῆς στήν Συστημική Θεωρία τοῦ Helmut Willke, Κριτική, Ἀθήνα, 1997) ἀποδίδει τόν ὅρο Operation ὡς «τελεστικό ἐνέργημα/τέλεση», ἀναγνωρίζοντας ὁ ἴδιος τήν δυσχρηστία τῶν ὅρων (σελ. 15).