Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μορφές κοινωνικής συνείδησης-ιδεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μορφές κοινωνικής συνείδησης-ιδεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011

Τα υλικά θεμέλια της αστικής έννομης τάξης και του Συντάγματος


    Το παρόν αποτελεί μικρό τμήμα μιας ανολοκλήρωτης ακόμη προσπάθειάς μου για μια μαρξιστική προσέγγιση του δικαιικού φαινομένου (από κοινού με την ηθική και την πολιτική, ως εκφάνσεις του κοινωνικού όλου), που θα λαμβάνει, επιπλέον, υπόψη τις συμβολές άλλων αντικαπιταλιστικών, αλλά και αστικών ρευμάτων σκέψης. Μια τέτοια εργασία θα πρέπει να μην επαναλαμβάνει απλώς χωρία-τσιτάτα των κλασικών, όπως συνηθίζεται στην σχετική ελληνική γραμματεία. Λόγω της αποσπασματικότητας του παρόντος, δεν γίνεται αναφορά στις μεθοδολογικές προυποθέσεις της ένταξης του δικαιικού φαινομένου εντός του κοινωνικού όλου, αλλά και της μελέτης του ως ιστορικά συγκεκριμένης δομής.  

                           Προλεγόμενα             
      
  Ως κατάλληλο πρότυπο της δομής της αστικής έννομης τάξης, πρέπει να ληφθεί η αστικοδημοκρατική μορφή. Για τον καπιταλισμό, πιο σωστά από την ιμπεριαλιστική φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού και ύστερα, ένα στρατιωτικό ή φασιστικό καθεστώς αποτελεί «μορφή καπιταλιστικού κράτους εκτάκτου ανάγκης»,  προιόν «μιας πολιτικής κρίσης»(1). Βέβαια, αυτές οι «ειδικές μορφές», μας φανερώνουν ορισμένες πτυχές του καπιταλισμού ως κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, αθέατες σε περιόδους ειρηνικής αναπαραγωγής του. Ωστόσο, η αστική έννομη τάξη, θα πρέπει βασικά να διερευνηθεί ως προς τον κανόνα συγκρότησης και λειτουργίας της, και όχι ως προς τις περιπτώσεις, που ουσιαστικά η εκτελεστική εξουσία αναλαμβάνει τα ηνία εκδίδοντας διατάγματα. Βέβαια, η θεσμική «εκτροπή» των απολυταρχικών πολιτειακών μορφών του καπιταλισμού, δεν είναι και τόσο «εκτροπή», ούτε «έξω από τον κανόνα». Μια τέτοια πραγμάτευση ξεφεύγει από το πλαίσιο του παρόντος, σχετικές νύξεις όμως θα γίνουν στην πορεία της παρουσίασης.
    Η αστικοδημοκρατική πολιτειακή-κοινωνική οργάνωση ,είναι γενικώς παραδεκτό ότι αποτελεί την πλέον συμβατή στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Αποτελεί μορφή της θεμελιακής σχέσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, την ατομική ιδιοκτησία των αντικειμενικών συνθηκών της εργασίας («μέσα παραγωγής») που θεμελιώνει την ατομική ιδιοποίηση του πλεονάσματος-υπερεργασίας των δίχως μέσα παραγωγής εργαζομένων. Στον καπιταλισμό η υπερεργασία αυτή προσλαμβάνει την μορφή υπεραξίας. Η αστική δημοκρατία διασφαλίζει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τους όρους αναπαραγωγής του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, οργανώνοντας την διαδικασία απομύζησης της υπεραξίας με τον πιο ομαλό και συγκεκαλυμμένο-μυστικοποιημένο τρόπο.
    Η παραπάνω θεμελιακή σχέση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας και η αυτοαξιοποίηση του πρώτου μέσω του πλεονάσματος της δεύτερης, έχει ως αναγκαία συνθήκη την εμπορευματοποίηση όλων των υλικών όρων παραγωγής (μέσα παραγωγής, πρώτες ύλες, εργατική δύναμη κτλ) και την διάθεσή τους στην ελεύθερη αγορά. Τότε ο χρηματικός πλούτος, που έχει σωρευτεί από προηγούμενες ιστορικές διαδικασίες (εμπορικό - τοκογλυφικό κεφάλαιο), γίνεται δυνάμει κεφάλαιο και η εργατική δύναμη δυνάμει μισθωτή εργασία. Το δυνάμει μετατρέπεται σε ενεργεία, με την ενεργητική στάση του χρηματικού πλούτου, που εξαγοράζει μέσα παραγωγής και εργατική δύναμη, και την αποδοχή του εργάτη, να πουλήσει την εργατική του δύναμη για να επιβιώσει. Τότε το χρήμα γίνεται κεφάλαιο και η εργατική δύναμη μισθωτή εργασία. Τόσο η δυνάμει όσο και η ενεργεία κατάσταση όλων αυτών των παραγόντων, απαιτεί μια ανάλογη θεσμική εδραίωση και προστασία. Ο χρηματικός πλούτος μπορεί να σωρεύεται ως τέτοιος, ως ατομική ιδιοκτησία, όπως και τα μέσα παραγωγής, μπορούν να διατίθενται στην ελεύθερη αγορά από τους πωλητές τους, ως ατομικές ιδιοκτησίες τους. Ο εργαζόμενος, από την άλλη, πρέπει να είναι αποχωρισμένος από τα μέσα παραγωγής και μην έχει κανένα ιδιοκτησιακό δικαίωμα πάνω σε αυτά, ώστε να πουλήσει την εργατική του δύναμη για να ζήσει, πρέπει δηλαδή να αντιμετωπίζει το φάντασμα της ανεργίας (είναι αδύνατον δηλαδή στον καπιταλισμό να κατοχυρωθεί η πλήρης απασχόληση-το «δικαίωμα στην εργασία» είναι τραγελαφικό). Αλλά και η ενεργητική πραγματοποίηση της δυνατότητας ύπαρξης κεφαλαίου-μισθωτής εργασίας, προϋποθέτει επίσης την θεσμική διασφάλιση της όλης διαδικασίας αγοραπωλησίας, την κατοχύρωση των συμβαλλόμενων ως υποκειμένων δικαίου, ιδιοκτητών και «ελεύθερων» να συμβληθούν μεταξύ τους, την απρόσκοπτη από εξωτερικούς κινδύνους εμπορευματική κυκλοφορία, την κατάλληλη εκπαίδευση-τεχνική κατάρτιση του εργαζομένου ώστε να μπορεί να αποτελέσει την κατάλληλη για τον κεφαλαιοκράτη εργατική δύναμη, την εδραίωση της αστικής ιδεολογίας που θα καταστήσει όλους τους συμμετέχοντες πρόθυμους να συντηρούν την διαδικασία, και πολλά άλλα που υπαγορεύονται από συνθετότερες πτυχές της παραγωγής κεφαλαίου και εργατών αλλά και της αναπαραγωγής του συστήματος. Όλες οι αναγκαίες συνθήκες παγιώνονται και διασφαλίζονται μέσα από ένα πλέγμα νομικών κανόνων.

                                     I.        Η λογικά πρώτη νομική σχέση-μορφή

   Το αστικό δίκαιο συνέχει με τρόπο υποχρεωτικό την όλη ταξικά προσδιορισμένη κοινωνική παραγωγή και αναπαραγωγή. Στο ''Κεφάλαιο'' ο Κ.Μάρξ, ξεκινά την μελέτη της ολότητας των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής, από την στοιχειακή, απλούστερη σχέση της: το εμπόρευμα και η εμπορευματική σχέση, η οποία στον καπιταλισμό ειδικά, παίρνει την μορφή της εμπορευματοχρηματικής συναλλαγής. Η εμπορευματική σχέση είναι λογικά η πρώτη που πρέπει να είναι θεσμισμένη, δικαιικά επικυρωμένη. Από αυτήν την πρόταση συνάγουμε τα εξής συμπεράσματα. Πρώτον, η εμπορευματική σχέση πρέπει να έχει πραγματική υλική ύπαρξηώστε θεσμικά να επικυρώνεται. Δεύτερον, αν επικυρώνεται θεσμικά η εμπορευματική σχέση, πρέπει αυτή η θεσμική επικύρωση να καλύπτει όλους τους αναγκαίους όρους διεξαγωγής της. Τρίτον, η εμπορευματική σχέση, εφόσον αποτελεί συστατικό και όχι περιθωριακό στοιχείο του καπιταλισμού (όπως συνέβαινε σε προηγούμενους τρόπους παραγωγής), πρέπει να θεσμίζεται όχι εθιμικά, αλλά νομικά, με τρόπο υποχρεωτικό. Τέταρτον, ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της εμπορευματικής σχέσης, πρέπει να διασφαλίζεται από ένα κράτος που θα έχει το μονοπώλιο της βίας. Δεδομένου ότι η εμπορευματική (εγχρήματη) σχέση-ανταλλαγή  επιτρέπει την κυριαρχία της αστικής τάξης επί της εργατικής (μέσω της εξαγοράς εργατικής δύναμης έναντι μισθού και του μηχανισμού άντλησης υπεραξίας στην παραγωγή), το κράτος που διαιωνίζει την καπιταλιστική εμπορευματοχρηματική σχέση (και συνολικά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής) είναι εξ ορισμού το κράτος της αστικής τάξης, που επιβάλλει τους όρους αναπαραγωγής της με τρόπο υποχρεωτικό. Τέταρτον και τελευταίο, η εμπορευματική χρηματική σχέση και το καπιταλιστικό σύστημα που ορθώνεται με θεμέλιο αυτήν, κατοχυρώνονται με το θετό κρατικά επιβεβλημένο δίκαιο.
    Ωστόσο, η θεσμισμένη εμπορευματική σχέση (και ο καπιταλιστικό σύστημα συνολικά), αυξάνει την νομιμοποίησή της (την συναίνεση και την θεώρησή της ως ορθολογική-δίκαιη), σε βαθμό ευθέως ανάλογο της συμμετοχής των συμβαλλόμενων μερών της (πωλητών και αγοραστών) στην διαδικασία θέσμισης των νομικών κανόνων που διέπουν την ίδια, τους αναγκαίους όρους της και τον καπιταλισμό συνολικά. Όσο πιο πολύ δηλαδή οι πωλητές και αγοραστές των εμπορευμάτων έχουν την αίσθηση ότι συμμετέχουν στην νομοθετική παραγωγή και την λήψη των πολιτικών αποφάσεων, τόσο περισσότερο η θεσμισμένη κεφαλαιοκρατική διαδικασία θεωρείται δίκαιη, «νομιμοποιείται». Για αυτό και ιδανική νομιμοποιητική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής μορφή, είναι η αστική δημοκρατία. Τα μέρη των νομότυπων εμπορευματοχρηματικών συναλλαγών, αποκτούν ιθαγένεια και πολιτικά δικαιώματα, μέσω των οποίων διαμεσολαβούν την νομοθετική παραγωγή και την εκτελεστική-πολιτική κυριαρχία. Μα πάντοτε, εντός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, το θετό δίκαιο και το κράτος παραμένουν αστικό δίκαιο και κράτος της αστικής τάξης.
    Από τα παραπάνω συνάγεται επίσης και εκείνο που από το πρώτο μέρος της εργασίας αυτής εμφατικά αναφέρθηκε και, νομίζω, αποδείχθηκε. Η εμπορευματική σχέση και οι αναγκαίοι όροι της, την ίδια ώρα που ενεργοποιούνται στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, την ίδια ώρα αποτελούν θεσμισμένη και εξαναγκαστή πραγματικότητα. Άρα, οι νομικές μορφές των αναγκαίων όρων των εμπορευματοχρηματικών συναλλαγών, που ως τέτοιες καθιστούν τις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις σε μεγάλο βαθμό νομιμοποιημένες (βάσει της λογικής του νομικού φετιχισμού: νόμος= δίκαιο) και απολύτως υποχρεωτικές, ανήκουν στην οικονομική βάση. Οι αναγκαίοι αυτοί όροι είναι πρωτίστως η ατομική (ιδιωτική) ιδιοκτησία, η «ελευθερία» της προσωπικότητας, η ενοχική σχέση και η σύμβαση εργασίας, η ιθαγένεια, κ.α
     Γενικά, η διαδικασία της νομοθετικής παραγωγής (ενός τυπικού νόμου, στο κοινοβούλιο) ανήκει στην σφαίρα του πολιτικού και του δικαιικού (βρίσκεται στο σύνορό τους), και όχι ακόμη στην οικονομική βάση. Από τα όσα έχουν έως τώρα ειπωθεί, φαίνεται πως κάθε τεθειμένος νομικός κανόνας-νομική μορφή σε μια συγκεκριμένη κοινωνία που έχει την ρυθμιζόμενη από αυτόν ύλη του στην παραγωγική υπό ευρεία έννοια δραστηριότητα, ανήκει στην οικονομική βάση αυτής της κοινωνίας. Να θυμίσουμε πως η παραγωγική δραστηριότητα υπό ευρεία έννοια, στον καπιταλισμό, περιλαμβάνει την παραγωγή υπό στενή έννοια, την διανομή, την ανταλλαγή και την κατανάλωση. Θα ήταν όμως σε υπερβολικά διασταλτική ερμηνεία να πούμε πως όποια νομική μορφή φαίνεται να ρυθμίζει πχ την κυκλοφορία των εμπορευμάτων (ανταλλαγή και κατανάλωση), αυτή ανήκει στην καπιταλιστική οικονομική βάση. Είναι αναγκαίο να ξεχωρίζονται οι ουσιώδεις από τις επουσιώδεις νομικές μορφές που απαντώνται στην αλυσίδα παραγωγή-διανομή-ανταλλαγή-κατανάλωση. Ενδεικτικά αναφέρω τα εξής βασικά: η ιδιοκτησία και πιο συγκεκριμένα τα βασικά εμπράγματα δικαιώματα (κυριότητα, νομή, κατοχή κτλ), η ισότητα, το δικαίωμα στην προσωπικότητα, γενικά οι εξειδικεύσεις της θεσμικής κατοχύρωσης της ανθρώπινης αξίας, η ιθαγένεια, η ικανότητα δικαίου και το δικαίωμα στην δικαστική προστασία (ώστε να διασφαλίζονται δικαιώματα που θίγονται), η δικαιοπραξία (δικαιοπρακτική ικανότητα κτλ), η εν γένει ενοχική σύμβαση και η σύμβαση εργασίας, το δικαίωμα της κληρονομικής μεταβίβασης (που διαιωνίζει την ιδιοκτησία), και διάφορα άλλα. Ο πυρήνας για τον εντοπισμό των νομικών αυτών μορφών, πρέπει πάντα να είναι η εμπορευματική σχέση, από την μορφή της οποίας αναδύονται οι παραπάνω νομικές μορφέςΗ απλούστερη και καθολική, λογικά πρώτη νομική μορφή για την αστική κοινωνίααπό την οποία απορρέουν οι υπόλοιπεςείναι η ατομική (ιδιωτική) ιδιοκτησία. Αυτή κείται στο αντικειμενικό επίπεδο. Ενώ η νομική μορφή που αποτελεί αντανάκλαση των παραπάνω νομικών κατηγοριών στο υποκειμενικό επίπεδο, και έχει το υλικό της θεμέλιο στην νομική κατοχύρωση της ατομικής (ιδιωτικής) ιδιοκτησίας, είναι το απομονωμένο υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, όταν αυτό γίνεται η κυρίαρχη νομική κατηγορία των ατόμων, με την καθολικοποίηση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων.
     Η παραπάνω τελευταία πρόταση πρέπει να παρθεί κατά γράμμα, κυριολεκτικά. Ιστορικά, πριν από τις ειδικά καπιταλιστικές νομικές μορφές προηγήθηκαν άλλες, ενώ ο «πολίτης» στην αρχαία Αθήνα και Ρώμη ήταν υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Ωστόσο, όταν λογικά ανασυγκροτούμε το καπιταλιστικό όλον, μολονότι μιλάμε για εμπορευματική σχέση η οποία προϋπήρχε του καπιταλισμού, στην πραγματικότητα μιλάμε για την ειδικά καπιταλιστική εμπορευματική σχέση, που έγινε καθολική οικονομική κατηγορία (πράγμα που δεν ισχύει σε κοινωνίες κυρίαρχα δουλοκτησίας και ιδιοκατανάλωσης, όπως η αρχαία Αθήνα και η Ρώμη). Κατά αντίστοιχο τρόπο με την κυριάρχηση της εμπορευματικής σχέσης ως οικονομικής κατηγορίας που απολήγει στην ειδικά καπιταλιστική εμπορευματοχρηματική σχέση, κυριαρχεί τελικά και το «υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων» ως κυρίαρχη νομική κατηγορία των ατόμων, μετατρεπόμενο σε υποκείμενο αστικοδημοκρατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Το άτομο, αποκτά, μέσα στο έθνος –κράτος του, αστική νομική προσωπικότητα άρα και αστική ιδιοκτησία, αστική «ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας», πολιτικά δικαιώματα κτλ.

                                  II.        Η σχετική προβληματική του Ε.Πασουκάνις

   Το ζήτημα της σύνδεσης εμπορευματικής και νομικής μορφής, βρίσκεται στο επίκεντρο των αναπτύξεων του σοβιετικού νομικού Εβγκένι Πασουκάνις, στο έργο του «Μαρξισμός και Δίκαιο». Για αυτόν, η πραγμάτωση της οικονομικής σχέσης της ανταλλαγής των εμπορευμάτων είναι την ίδια στιγμή πραγμάτωση της αντίστοιχης νομικής σχέσης, γεγονός που δεν γίνεται άμεσα αντιληπτό, αφού το οικονομικό στοιχείο στην καθημερινότητα βρίσκεται στο προσκήνιο, ενώ το νομικό στο παρασκήνιο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα που αναφέρεται συχνά στις νομικές επιστήμες, είναι ότι η στιγμή της πώλησης, αποτελεί την κατάρτιση δύο δικαιοπραξιών uno actu. Της ενοχικής, με την οποία υπόσχομαι να πωλήσω το εμπόρευμα και δεσμεύομαι για αυτό, και της εκποιητικής, με την οποία μεταβιβάζω το πράγμα, το εμπόρευμα. Για τον Πασουκάνις, η νομική μορφή εμπεριέχεται εγγενώς στην ανταλλαγή ισοδυνάμων. Το χρήμα είναι το μέτρο βάσει του οποίου διαφορετικές ποιότητες, διαφορετικές δηλαδή ανθρώπινες εργασίες που ενσωματώνονται στα εμπορεύματα, εξισώνονται σε μια ποσοτική τους αναλογία. Εκείνο το οποίο καθιστά το χρήμα μετρική μονάδα διαφορετικών ποιοτικά εργασιών, είναι η αφηρημένη κοινωνική εργασία την οποία συμβολίζει. Έτσι, οι ποιοτικά συγκεκριμένες εργασίες που ενσωματώνονται στα εμπορεύματα, μετρώνται σε χρήμα με βάση πόση αφηρημένη κοινωνική εργασία αντιπροσωπεύουν, με βάση την «αξία» τους, η οποία αυξομειώνεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, με τις διακυμάνσεις προσφοράς-ζήτησης. Ο Πασουκάνις παραθέτει τα λόγια του Μάρξ: «το δίκαιο, από τη φύση του, μπορεί να υπάρχει μόνο στην εφαρμογή ίσου μέτρου»(σ.σ υποσημείωση 3, στην πρώτη ενότητα του παρόντος που εδώ δεν παρατίθεται). Και η νομική μορφή, αποτελεί ένα ίσο μέτρο βάσει του οποίου κρίνονται διαφορετικές ως προς την ποιοτική σύστασή τους περιπτώσεις ανθρώπων, υπαγόμενες στον ίδιο νόμο ως «υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων». Όπως η ανταλλαγή «αξιών» πολτοποιεί ποιοτικά διαφορετικές εργασίες σε ένα κοινό μέτρο, την αφηρημένη κοινωνική εργασία που ανακύπτει από την λειτουργία του νόμου της αξίας, έτσι και η υπαγωγή στον νόμο, πολτοποιεί ποιοτικά διαφορετικούς ανθρώπους με την υπαγωγή τους στην νομική κατηγορία του πολίτη του κράτους. Ένας κεφαλαιοκράτης και ένας άνεργος, θα τιμωρηθούν αμφότεροι με την ίδια ποινή αν κλέψουν, γιατί είναι «εξίσου» πολίτες. Αν ο κεφαλαιοκράτης βέβαια δεν χρησιμοποιήσει την οικονομική δύναμή του για να αποφύγει την «τσιμπίδα» του νόμου, ή ακόμα, απολύτως νόμιμα, να μισθώσει τα καλύτερα δικηγορικά γραφεία για να την γλιτώσει, πράγμα αδύνατο για τον δίχως στον ήλιο μοίρα άνεργο «εξίσου πολίτη», που κρίνεται όμως βάσει του ίδιου νόμου.
  
   Ο Πασουκάνις, για τον ρόλο της νομικής μορφής στην καπιταλιστική κοινωνία, γράφει: «Ο κατεξοχήν πρακτικός σκοπός της νομικής διαμεσολάβησης είναι η διασφάλιση της λίγο-πολύ ελεγχόμενης κίνησης της κοινωνικής παραγωγής και αναπαραγωγής, οι οποίες, στην κοινωνία της εμπορευματικής παραγωγής, πραγματοποιούνται τυπικά μέσα από μια σειρά ιδιωτικές συμβάσεις. Ο σκοπός αυτός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί  μόνο με τη βοήθεια των μορφών συνείδησης, δηλαδή από στοιχεία καθαρά υποκειμενικά: είναι απαραίτητες οι ακριβείς αρχές,, είναι αναγκαίοι οι νόμοι και η ερμηνεία συγκεκριμένων νόμων, μια περιπτωσιολογία, τα δικαστήρια και η αναγκαστική εκτέλεση των αποφάσεων. Για αυτό, όταν εξετάζεται η νομική μορφή δεν μπορούμε να περιοριστούμε στην «καθαρή ιδεολογία» και να παραμελήσουμε όλο το μηχανισμό που αντικειμενικά υπάρχει»(2).
   Για την νομική ιδεολογία, σημειώνει: «Η ιδιοκτησία, σαν ιδιοποίηση, είναι η φυσική συνέπεια κάθε τρόπου παραγωγής. Αλλά μόνο στο εσωτερικό ενός καθορισμένου κοινωνικού σχηματισμού (σ.σ αστική κοινωνία) παίρνει τη μορφή την απλούστερη και καθολική λογική μορφή της ατομικής ιδιοκτησίας, στην οποία βρίσκεται η στοιχειώδης συνθήκη της απρόσκοπτης κυκλοφορίας αξιών σύμφωνα με τη φόρμουλα εμπόρευμα-χρήμα-εμπόρευμα…Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τη σχέση εκμετάλλευσης… αυτή η σχέση..είναι εξίσου δυνατή στην φυσική οικονομία. Αλλά μόνο στην αστική καπιταλιστική κοινωνία στην οποία το προλεταριάτο εμφανίζεται σαν υποκείμενο που διαθέτει την εργασιακή του δύναμη σαν εμπόρευμα, η οικονομική σχέση της εκμετάλλευσης διαμεσολαβείται νομικά από τη μορφή της σύμβασης. Από αυτήν ακριβώς την αιτία, στην αστική κοινωνία… η νομική μορφή αποκτά καθολική σημασία, η νομική ιδεολογία καταλήγει να είναι η κατεξοχήν ιδεολογία και η υπεράσπιση των συμφερόντων της εκμεταλλεύτριας τάξης, εμφανίζεται (σ.σ η νομική ιδεολογία), όλο και περισσότερο, σαν υπεράσπιση των αφηρημένων αρχών του υποκειμένου δικαίου»(3). Ακριβώς λόγω της ιδιαίτερης φύσης του αστικού δικαίου που θεμελιώνεται στην ατομική ιδιοκτησία, στην σύμβαση (εμπορευματική σχέση ως ενοχική σχέση) και στο εγωιστικό υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, «στο Ιδιωτικό Δίκαιο η νομική σκέψη κινείται με τη μεγαλύτερη ελευθερία και ασφάλεια και ό,τι δημιουργεί έχει το πληρέστερο και αρμονικότερο σχήμα»(ο.π, σελ 87).
   Ακόμη, ο Πασουκάνις διακρίνει μεταξύ της τεχνικής υποχρεωτικής ρύθμισης και της κατεξοχήν νομικής ρύθμισης.  Η τεχνική ρύθμιση είναι το μέσο για την επίτευξη ενός σκοπό. Αντίθετα, όταν έχουμε να κάνουμε με μια κατεξοχήν νομική ρύθμιση, «αναγκαζόμαστε να εγκαταλείψουμε το πεδίο επιδίωξης ενός σκοπού και να υιοθετήσουμε μια άλλη άποψη των ξεχωριστών υποκειμένων τα οποία αντιπαραθέτονται και σύμφωνα με την οποία καθένας είναι φορέας των ξεχωριστών ατομικών συμφερόντων του»(ο.π, σελ 88). Η στιγμή κατά την οποία το καθαρά νομικό στοιχείο, από τα «παρασκήνιο» ανέρχεται στην επιφάνεια, είναι η στιγμή της υλοποίησής του, η δικαστική διαφορά, η αντιδικία, και η αναγκαστική εφαρμογή της απόφασης διά της κρατικής βίας. Έτσι, η νομική μορφή και το νομικό στοιχείο στις περιπτώσεις αυτές δεν αποτελούν «ιδεολογικές μορφές», αλλά συστατικά του υλικού κοινωνικού είναι.  
   Ανάμεσα στον κανόνα που θέτει (κανονιστική πλευρά) και την πραγματική υλική σχέση, οντολογική προτεραιότητα έχει η σχέση. Αλλά και η ίδια η σχέση, όταν καθολικοποιείται και καθίσταται κυρίαρχη στιγμή του υλικού κοινωνικού είναι, αυτομάτως θεσμίζεται, αποκτά δεσμευτικότητα, όπως η εμπορευματική σχέση στον καπιταλισμό. Αυτή τη θέσμιση που έχει ήδη συντελεστεί εντός των σχέσεων επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, το νομικό σύστημα την κωδικοποιεί σε κείμενο και την επιβάλλει υποχρεωτικά. «Ο κανόνας, δηλαδή το λογικό του περιεχόμενο, είτε συνάγεται άμεσα από τις σχέσεις που υπάρχουν ήδη, είτε, όταν εκδίδεται σαν κρατικός νόμος, δεν αντιπροσωπεύει παρά μόνο ένα σύμπτωμα που επιτρέπει να προβλέψουμε με κάποια πιθανότητα τη μελλοντική εμφάνιση αντίστοιχων σχέσεων… Αν μερικές σχέσεις δημιουργήθηκαν πραγματικά, αυτό σημαίνει ότι έχει ωριμάσει και το αντίστοιχο δίκαιο, αλλά αν εκδόθηκε μόνο κάποιος κανόνας νόμος ή διάταγμα χωρίς να εμφανιστεί στην πρακτική καμιά αντίστοιχη σχέση, αυτό σημαίνει ότι έγινε προσπάθεια να δημιουργηθεί δίκαιο αλλά χωρίς επιτυχία»(ο.π, σελ 94-95). Ο παραλληλισμός με ανεφάρμοστα ψηφισμένα νομοσχέδια είναι προφανής… Στην κοινωνία δρουν «αντικειμενικές ρυθμιστικές (υλικές) δυνάμεις», τις οποίες ο νομικός κανόνας δεν μπορεί να παραβλέψει. Αλλά, δεν πρέπει να υποτιμάται το γεγονός, πως το θεσπισμένο δίκαιο, ο νόμος ως τέτοιος, η νομιμοποίηση της πολιτικής κυριαρχίας και η κρατική βία, αποτελούν οι ίδιες σπουδαιότατες ρυθμιστικές δυνάμεις, καθώς όλα τα παραπάνω στοιχεία, όπως ο ίδιος έχει πει, ανήκουν στο υλικό κοινωνικό είναι.
    Η νομική σχέση, κατά τον συγγραφέα, μας δίνει τόσο το δίκαιο στην πραγματική του κίνηση, όσο και τις χαρακτηριστικές ιδιότητες του δικαίου σαν λογικές κατηγορίες (αφηρημένος χαρακτήρας λόγω της ισοπέδωσης των ποιοτικά διαφορετικών ατόμων σε έναν κοινό νομικό κανόνα, μορφή «σύμβασης» του νόμου, η οποία θα αναφερθεί παρακάτω, κτλ). Η κανονιστική σχέση (κανονιστική διάσταση μιας νομικής διάταξης), «ο κανόνας σαν τέτοιος, δηλαδή σαν κατηγορική προσταγή, είναι ταυτόχρονα στοιχείο τόσο της ηθικής, της αισθητικής, της τεχνικής όσο και του δικαίου»(ο.π σελ 107).
    Άλλες θεματικές πτυχές το σπουδαίου έργου του Ε.Πασουκάνις, θα επισημανθούν κατά την παρουσίαση αντίστοιχων σε αυτές ζητημάτων της (υλιστικής) γενικής θεωρίας του δικαίου.

                          III.    Μονομερείς γενικές αναπαραστάσεις της αστικής έννομης τάξης

    Το νομικό εποικοδόμημα, το οποίο ορθώνεται στηριζόμενο πάνω από την οικονομική βάση και, πιο συγκεκριμένα, στηριζόμενο σε βασικές νομικές μορφές που συμφύρονται με την οικονομική βάση (ατομική ιδιοκτησία, υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενοχική σχέση κτλ) αποτελεί ένα σύστημα νομικών σχέσεων, που συγκροτεί την έννομη τάξη. Μολονότι δίκαιο και νομικοί κανόνες υπάρχουν πριν το αστικό νομικό σύστημα, τα τελευταίο αποτελεί την εντελή, ολοκληρωμένη ανάπτυξη του δικαίου, την χαρακτηρίζομενη από την μεγαλύτερη λογική διάρθρωση και σχετική αυτοτέλεια από τις υπόλοιπες σφαίρες του επιστητού. Η αστικοδημοκρατική έννομη τάξη (εξηγήθηκε ήδη γιατί εξετάζεται η συγκεκριμένη πολιτειακή μορφή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής), εμφανίζεται, ως σύστημα νομικών σχέσεων, σε πυραμιδωτή μορφή. Όσο πιο κοντά στην βάση, τόσο ιεραρχικά ανώτερος είναι ο νομικός κανόνας. Η έννοια μιας υποδομής, μιας «βάσης», μας θυμίζει την οικονομική βάση πάνω στην οποία θεμελιώνεται το εποικοδόμημα. Οι διαφορές μεταξύ των δύο σχημάτων είναι πολύ σημαντικές, όμως με αυτό το δοσμένο πρότυπο, το οποίο συνηθίζεται από τους νομικούς ως η πλέον κατάλληλη αναπαράσταση της αστικοδημοκρατικής έννομης τάξης, το αστικό Σύνταγμα παρουσιάζεται ως το θεμέλιο, στο οποίο θεμελιώνονται όλοι οι υπόλοιπες νομικοί κανόνες.
    Ξεφεύγοντας από μια πυραμοειδή κατασκευή, θα μπορούσαμε να αναπαραστήσουμε την αστική έννομη τάξη ως μια ιεραρχική κλίμακα, στην ανώτερη βαθμίδα της οποίας βρίσκεται το Σύνταγμα, και όσο προχωρούμε προς τα κάτω, τόσο ο νομικό κανόνας είναι ιεραρχικά κατώτερος.
    Μια τρίτη αναπαράσταση, θα ήταν αυτή μιας εγελιανής ολότητας, με κέντρο, την ουσία, και περιφέρεια, τα φαινόμενα. Ουσία και θεμέλιο θα ήταν το Σύνταγμα, μορφές-φαινόμενα και θεμελιωμένα θα ήταν οι κατώτεροι ιεραρχικά νόμοι, οι οποίοι θα ήταν διαφορετικοί ανάλογα με εξωτερικές προς το θεμέλιο συνθήκες. Τέτοιες θα μπορούσαν να θεωρηθούν τα ρυθμιστικά πεδία, η ρυθμιζόμενη ύλη από τον κάθε επιμέρους νόμο, η εκάστοτε δικαιοπαραγωγική διαδικασία (προεδρικά διατάγματα, κοινοβούλιο-τυπικοί νόμοι, κανονιστικά διατάγματα της εκτελεστικής εξουσίας κτλ) κ.α. Αυτές οι συνθήκες, θα καθόριζαν την τελική μορφοποίηση των θεμελιωμένων από το θεμέλιο κανόνων. Αυτοί οι θεμελιωμένοι κανόνες, θα διατηρούσαν έναν ουσιώδη σύνδεσμο με το θεμέλιό τους, το οποίο θα ήταν το ουσιώδες περιεχόμενο, και θα είχαν ένα πρόσθετο, «επουσιώδες» περιεχόμενο που θα προσέδιδαν σε αυτούς οι εξωτερικές προς το θεμέλιο «συνθήκες», με τα δύο περιεχόμενα να βρίσκονται σε ενότητα στην ποιοτική σύσταση του συγκεκριμένου νόμου. Η ενότητα της αμεσότητας της έννομης τάξης, της ουσίας και των φαινομένων, θα μας έδινε την «πραγματικότητά» της. Για παράδειγμα, κάθε ρύθμιση μιας ενοχικής σύμβασης, διατηρεί έναν ουσιώδη δεσμό με θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα όπως η αξία του ανθρώπου, η ισότητα, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, που στο ενοχικό δίκαιο συγκεκριμένα, συνοψίζονται στον όρο «ιδιωτική αυτονομία», και προσλαμβάνει ένα ειδικότερο περιεχόμενο ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ενοχικής σύμβασης εν γένει και κάθε ειδικότερης ενοχικής σύμβασης (πώληση, δάνειο, σύμβαση εργασίας, σύμβαση παρακαταθήκης κ.α)
    Και οι τρεις παραπάνω αναπαραστάσεις της αστικοδημοκρατικής έννομης τάξης, περιγράφουν, η καθεμία  με της δικές της μονομέρειες και στρεβλώσεις, την δομή της με τρόπο εξωτερικό, και καμία «ουσία» της, αφού όσον αφορά την έννομη τάξη, δεν υπάρχει καμία αυτόνομη «νομική» ουσία που να προσδίδει στην έννομη τάξη αυτοκίνηση, που θα σήμαινε την αυτοθέσμιση και αυτοανάπτυξη των λογικών συναφειών μεταξύ των συστατικών της στοιχείων, των νομικών κανόνων. (σ.σ Στο μεθοδολογικό κομμάτι αυτής της έρευνας, που εδώ δεν παρουσιάζεται, έχει τονιστεί ότι το δίκαιο, η έννομη τάξη, δεν αποτελεί ολότητα που να θεμελιώνει τον εαυτό της). Ο νομικός φετιχισμός που θέλει το δίκαιο μια «ολότητα» δήθεν αυτάρκη και μιλάει για «νομική επιστήμη», δεν μπορεί να τεκμηριώσει την, απαραίτητη για κάθε γνωστικό πεδίο δεκτικό επιστημονικής γνώσης, αντικειμενική διαδικασία αυτοθεμελίωσης. Οι ιεραρχικά κατώτεροι νόμοι δεν «πηγάζουν» αυθόρμητα από το θεμέλιό τους, το Σύνταγμα, αλλά διαμεσολαβούνται από την νομοθετική θέσπισή τους, δηλαδή από πολιτικές νομοθετικές πράξεις. Η θέσπιση ενός νόμου οφείλει απλώς, σε ένα πρώτο επίπεδο, να μην αντιφάσκει με το Σύνταγμα, μην διαταράσσοντας έτσι την εσωτερική ενότητα της έννομης τάξης. Αλλά, για να κριθεί μια διάταξη αντισυνταγματική, πρέπει για αυτό να αποφανθεί θετικά ένα ανώτερο συνταγματικό δικαστήριο ή τα εθνικά δικαστήρια μέσω του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων (ανάλογα με το ποιό σύστημα ακολουθείται σε μια συγκεκριμένη χώρα). Αλλά και αυτή η διαδικασία μπορεί να μην κινηθεί καν, επομένως ένας νόμος μπορεί να θεσπιστεί ερχόμενος σε αντίφαση με το Σύνταγμα, μια αντίφαση όμως που δεν υπάρχει ως τέτοια, αν δεν διαπιστωθεί. Ο αντισυνταγματικός νόμος παραμένει νόμος, δεν αναιρείται με αυτόματο τρόπο, μόνο και μόνο επειδή είναι αντισυνταγματικός, δηλαδή αθεμελίωτος από το Σύνταγμα.
              
      β) Ποιό το υλικό θεμέλιο του ίδιου του Συντάγματος;

     Αλλά και το ίδιο το Σύνταγμα, ο «καταστατικός χάρτης», ο ανώτερος Νόμος του κράτους, που ερείδεται; Από τί ο ίδιος θεμελιώνεται; Η απάντηση του
Kelsen, ότι το Σύνταγμα θεμελιώνεται από κάποιον «θεμελιώδη κανόνα» (Grundnorm), μια κανονιστική επιταγή, φυσικά δεν πείθει. Ανάλογες προσπάθειες κάνουν ο Hart, που θέλει τον ''κανόνα αναγνώρισης'' να θεμελιώνει την έννομη τάξη, και ο Fuller, που ορίζει ορισμένες ''διαδικαστικές'' προυποθέσεις με βάση τις οποίες θεμελιώνεται η έννομη τάξη. Υπάρχουν ακόμη οι θεωρίες περί ''κοινωνικού συμβολαίου'' (Thomas Hobbs, John Lock, Joseph Raz και άλλοι, με διάφορες παραλλαγές), που θέλουν το Σύνταγμα και συνολικά την έννομη τάξη να θεμελιώνεται σε μια συμφωνία την οποία έχουν συνάψει τα μέλη της κοινωνίας, και την οποία σιωπηλά επικυρώνουν, όσο αποδέχονται την νομιμότητά της (δεν είναι του παρόντος αλλά θα επιχειρηθεί μια αναλυτικότερη αναφορά στις θεωρίες αυτές). Τελικά, η νομική φιλολογία δέχεται ότι το Σύνταγμα θεμελιώνεται στην λαική κυριαρχία, από την οποία πηγάζει κάθε εξουσία. Δηλαδή, η λαική βούληση θεμελιώνει το Σύνταγμα. Ποια όμως λαική βούληση; Πότε αποφάσισαν οι λαοί που ζουν και αναπνέουν στην αστικοδημοκρατική κοινωνία, ότι θεσπίζουν το συγκεκριμένο τους Σύνταγμα; Βεβαίως και ιστορικά, δεν συνέβησαν έτσι τα πράγματα. Το αστικό Σύνταγμα, δεν μπορεί να έχει θεμέλιο καμία «λαική θέληση». Θα πρέπει ο λαός να συνήψε κάποιο «κοινωνικό συμβόλαιο», το οποίο ασφαλώς δεν συνέβη ποτέ στην ιστορία, με τον τρόπο που περιγράφουν οι διάφορες εκδοχές της θεωρίας αυτής. Ωστόσο, οι γενικές, «πανανθρώπινες» αξίες του Συντάγματος, τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται, κατ-αξιώνονται στην λαική συνείδηση. Μια υλιστική όμως ερμηνεία του ζητήματος, θα έψαχνε για το υλικό θεμέλιο του Συντάγματος και της λαικής συγκατάνευσης των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
    Το υλικό θεμέλιο του Συντάγματος, που θα καθορίζει την γενική μορφή των κανόνων και το πιο γενικό τους περιεχόμενο, αναγκαστικά πρέπει να αναζητηθεί «έξω» από την έννομη τάξη, αφού το Σύνταγμα είναι το νομικό «αυταίτιο», δεν έχει δικό του νομικό θεμέλιο. Στην πραγματικότητα, αυτό που υλικά θεμελιώνει το αστικό σύνταγμα είναι οι αστικές παραγωγικές σχέσεις, και ακριβέστερα, οι θεμελιακές νομικές μορφές των αστικών παραγωγικών σχέσεων. Η λογική ανασυγκρότηση της καπιταλιστικής ολότητας, τονίστηκε ήδη πως μας οδηγεί στον εντοπισμό της απλούστερης και καθολικότερης σχέσης του καπιταλισμού, της ειδικά καπιταλιστικής εμπορευματικής σχέσης, η οποία εγγενώς συμφύρεται με τις νομικές μορφές των αναγκαίων όρων της, της ιδιοκτησίας και του υποκειμένου δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, της ενοχικής σύμβασης. Αυτές οι νομικές μορφές, είναι το υλικό θεμέλιο του αστικού Συντάγματος, οι πυλώνες όλου του αστικού νομικού εποικοδομήματος. Υπό το σκεπτικό αυτό, η ενοχική φερ’ειπείν σχέση είναι αδύνατο να καταργηθεί από το αστικό νομικό σύστημα (ακόμη και αν δεν αναγνωρίζεται ρητά στο άρθρο 110 ως μη αναθεωρήσιμη διάταξη), όπως και η ατομική ιδιοκτησία, όπως και γενικά τα εμπράγματα δικαιώματα. Μια αστική εξήγηση θα ήταν ότι όλες αυτές οι νομικές μορφές δεν μπορούν να καταργηθούν, αφού θεμελιώνονται από το θεμελιώδες δικαίωμα της «ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ανθρώπου», από την «ανθρώπινη αξία» και άλλες δήθεν αιώνιες αλήθειες που υλοποιεί το Σύνταγμα. Στην πραγματικότητα όμως, ενοχική σχέση και εμπράγματα δικαιώματα, νομικές σχέσεις που ταυτόχρονα βρίσκονται στο οικονομικό πεδίο, εντός των αστικών σχέσεων παραγωγής, είναι αδύνατο νομικά να καταργηθούν, αφού αυτές θεμελιώνουν τα «θεμελιώδη» δικαιώματα, το Σύνταγμα και σύσσωμη την αστική έννομη τάξη, και όχι το αντίστροφο. Αυτή η αντιστροφή της σχέσης θεμελίου-θεμελιωμένου, είναι τυπικό γνώρισμα κάθε άρχουσας ιδεολογίας, που αποτελεί «ψευδή, ανεστραμμένη συνείδηση», κατά τους κλασικούς, του πραγματικού κόσμου.

    Από τις απλούστερες και βασικές έννομες σχέσεις-νομικές  μορφές που εντοπίζονται στην παραγωγική διαδικασία, οικοδομείται, με την μόχλευση του αστικού πολιτικού συστήματος και της νομοθετικής του δραστηριότητας, η αστική έννομη τάξη, ως ένα σύστημα νομικο-λογικών σχέσεων κρατικά επιβεβλημένων, που διαπερνάται από την αστική περί δικαίου ιδεολογική αντίληψη. Οι βασικές νομικές μορφές αναβιβάζονται σε συνταγματικά κατοχυρωμένα θεμελιώδη δικαιώματα, δηλαδή από αντικειμενικές ρυθμιστικές σχέσεις τρέπονται σε υποκειμενικές, ατομιστικές αντανακλάσεις ατομικών δικαιωμάτων. ‘Ετσι το υλιστικό στοιχείο των πραγματικών αντικειμενικών υλικών κοινωνικών σχέσεων, γίνεται ιδεαλιστικό, μεταμορφωμένο στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ενός φαινομενικά αυτάρκους, εγωιστικού υποκείμενου, «ελεύθερου» στη βούληση. Το Σύνταγμα ακόμη ορίζει άλλες θεμελιακές για την καπιταλιστική κοινωνική οργάνωση σχέσεις, καθώς και διοικητικές-οργανωτικές αρχές, όπως η διάκριση των εξουσιών (περισσότερα στο σχετικό θεματικό κεφάλαιο ειδικά για το Σύνταγμα). Βάσει αυτών των συνταγματικών νομικών σχέσεων, ορθώνεται ένα πλέγμα νομικών κανόνων, που βρίσκονται σε ουσιώδη και ιεραρχικά κατώτερη σχέση με το Σύνταγμα, ώστε να διατηρείται η λογική συνοχή της έννομης τάξης και ώστε η νομοθετική δραστηριότητα να μην εκφεύγει από τα καπιταλιστικά πλαίσια που διασφαλίζουν οι συνταγματικές έννομες σχέσεις. Οι συνταγματικά εδραιωμένοι νομικοί κανόνες επιμερίζονται σε μερικότερους κλάδους του δικαίου, που ρυθμίζουν υποχρεωτικά μερικότερες βιοτικές σχέσεις, κατοχυρώνοντας ειδικότερα δικαιώματα και θεσμικά υποσυστήματα. Το νομικό αυτό σύστημα οφείλει να συνέχει και να ενοποιεί την καπιταλιστική κοινωνία, με τρόπο υποχρεωτικό αλλά και νομιμοποιούμενο από την λαική συνείδηση.
   Η παραπάνω συνεκτική λειτουργία του νομικού συστήματος και η ανάγκη νομιμοποίησής του, το καθιστούν κάτι πολύ πιο σύνθετο από μια «μορφή» κοινωνικών σχέσεων (ενώ το δικαιικό φαινόμενο αποτελεί και μια τέτοια μορφή του κοινωνικού συνειδέναι). Οι αντιφάσεις οι οποίες μαίνονται εντός των αστικών σχέσεων παραγωγής, δημιουργούν μια διαλυτική πραγματικότητα την οποία το δίκαιο, αφενός πρέπει να «αντανακλά», αφετέρου πρέπει να την συνέχει, να την αποκαθιστά. Για αυτό και «σε ένα σύγχρονο κράτος πρέπει το δίκαιο, όχι μόνο να αντιστοιχεί στην γενική οικονομική κατάσταση και να είναι έκφρασή της, αλλά ακόμη πρέπει να είναι μια έκφραση συνεκτική που δεν αυτοδιαψεύδεται από εσωτερικές αντιφάσεις και για να το πετύχει αυτό, αντανακλά όλο και λιγότερο πιστά τις οικονομικές σχέσεις»(4)
  
   Aυτή η όλο και εντονότερη αδυναμία του δικαίου να ανακλάσει-εκφράσει τις οικονομικές σχέσεις, είναι ολοφάνερη σήμερα, με την κρίση του συνταγματικού κράτους. Το υλικό-λογικό θεμέλιο του αστικού Συντάγματος ενός έθνους-κράτους, οι νομικές μορφές των αστικών σχέσεων παραγωγής, με την διεθνοποίηση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων ξεφεύγουν από τα όρια δικαιοδοσίας των κρατών και των εθνικών αστικών τάξεων. Το γεγονός αυτό αποσταθεροποιεί το Σύνταγμα του αστικού έθνους κράτους, το οποίο πλέον σε σημαντικό βαθμό δεν μπορεί να θεμελιωθεί από τις αναντίστοιχες σε αυτό νομικές μορφές των υπερεθνικών αστικών σχέσεων παραγωγής. Βεβαίως, δεν παύει να υπάρχει το αστικό έθνος-κράτος ούτε ως κράτος ούτε ως κοινωνικός σχηματισμός, απλώς η ρευστότητα των θεμελιακών του σχέσεων μεταφέρεται στο επίπεδο της έννομης τάξης.

   Τα παραπάνω αποδεικνύουν ότι πράγματι, το αληθινό θεμέλιο του αστικού Συντάγματος δεν είναι η λαϊκή θέληση και η λαική κυριαρχία των πολιτών του έθνους κράτους, γιατί αν αυτό ίσχυε, ο κατ’ ευφημισμόν «λαός» (δηλαδή το εκλεγμένο από αυτόν αστικό κράτος!) θα διατηρούσε τουλάχιστον στα εθνικά σύνορα τον έλεγχο της έννομης τάξης, και οι νομικοί δεν θα παραδέχονταν πλέον ευθαρσώς ότι το ενωσιακό δίκαιο βρίσκεται ιεραρχικά σε ανώτερη θέση (πράγμα που συνάγεται πχ από την εφαρμογή των κανονισμών, των οδηγιών, από την λειτουργία των εθνικών δικαστηρίων σε σχέση με τα ευρωπαικά, κτλ), εγκαταλείποντας τις εξωραισμένες εκφράσεις περί «διάκρισης των αρμοδιοτήτων» ή «εκχώρησης λαικών κυριαρχικών δικαιωμάτων», υπονοώντας πως όλες αυτές οι εξελίξεις γίνονται με την θέληση και προς όφελος των λαών. Όλα αυτά ξεσκεπάζουν τον νομικό ιδεαλισμό-φετιχισμό και αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Η εθνική οικονομική-κοινωνική ζωή δεν τείνει σε μια ολοένα αυξανόμενη διεθνοποίηση-αποεδαφικοποίηση, επειδή το εθνικό δίκαιο ενσωματώνεται-υπάγεται σταδιακά στο υπερεθνικό, αλλά το εθνικό δίκαιο ξεθεμελιώνεται και ενσωματώνεται σταδιακά στο υπερεθνικό, επειδή η εθνική οικονομική και κοινωνική ζωή, βασικά οι αστικές σχέσεις παραγωγής, τείνουν σε μια ολοένα αυξανόμενη διεθνοποίηση-αποεδαφικοποίηση. Η σχέση δηλαδή της αιτιώδους συνάφειας, είναι αντίστροφη, ενώ συνήθως παρουσιάζεται ανεστραμμένη, σαν «ανεστραμμένη συνείδηση», όπως ήδη σημειώθηκε, «με το κεφάλι κάτω».

1) Βλ. Ν.Πουλαντζάς, ''Φασισμός και Δικτατορία'', εισαγωγή
2) Εβγκένι Πασουκάνις, ''Μαρξισμός και Δίκαιο'', σελ 54.
3) Ο.π, σελ 55.
4) Φ.Ένγκελς, γράμμα στον Conrad Schmidt, 27 Οκτωβρίου 1890, Μάρξ-Ένγκελς,Collected Works. 

Τρίτη 16 Αυγούστου 2011

Δεί δε χρημάτων;


Το έχει στο πετσί του

      Το μίσος απέναντι στο χρήμα μοιάζει σήμερα παράδοξο, ά-τοπο, δεν στεγάζεται και δεν αναπτύσσεται σε κανέναν χώρο, φαίνεται σαν μια καθαρή τρέλα αδιαμεσολάβητη από οποιοδήποτε τρόπο σκέψης.  Κανείς δεν μπορεί να επιβιώσει και να ''ψυχαγωγηθεί'' χωρίς χρήματα. Και αν κανείς δεν αρέσκεται να κερδίζει όλο και περισσότερα, θα μπορούσε να βρει το κίνητρο που του λείπει στις ανδραγαθίες και το φιλανθρωπικό έργο που μπορεί να προσφέρει με το χρήμα ή στην αποταμίευσή του για κάποια δύσκολη στροφή της ζωής. Η ανισότητα στον κόσμο φαίνεται να μην έχει καμία σχέση με το χρήμα, ένα απολύτως έλλογο, θεμιτό, απλό σύμβολο των συναλλαγών, αλλά μόνο με την απληστία ορισμένων ανθρώπων.
                        
                       Τί είναι το χρήμα; 
 
    Το χρήμα όμως, όπως το γνωρίζουμε, δεν είναι απλά ένα κοινής αποδοχής σύμβολο που διευκολύνει τις συναλλαγές. Με όλες τους τις αποκλίσεις, οι αστοί οικονομολόγοι καταλήγουν πως το χρήμα είναι μια ''τρισυπόστατη'' οντότητα, λειτουργώντας ως μέσο ανταλλαγής, ως μονάδα μέτρησης, και ως αξία. Ο Μάρξ σημειώνει στο Κεφάλαιο τις βασικές λειτουργίες του χρήματος: α) θησαυρισμός β) μέσο πληρωμής γ) παγκόσμιο χρήμα (1). Όταν το χρήμα α) θησαυρίζεται, μετατρέπεται από νόμισμα σε χρήμα, από αεικίνητο που είναι στην διαδικασία της κυκλοφορίας και της ανταλλαγής των προιόντων, γίνεται ακίνητο, ''θησαυρός'', τοποθετημένο-αποταμιευμένο έξω από την κυκλοφορία. Ως β) μέσο πληρωμής, το χρήμα βοηθά στην διεκπεραίωση των συναλλαγών στην βάση μιας κοινής, καθολικά αποδεκτής μονάδας μέτρησης. Ένα εμπόρευμα, σε μια ορισμένη φάση ανάπτυξης και καθολικοποίησης των εμπορευματικών σχέσεων, αναβιβάζεται σε μέτρο όλων των αξιών και παγιώνεται ως τέτοιο. Τον ρόλο αυτό τον έπαιξαν από την αρχαιότητα ο χρυσός και το ασήμι ή και άλλα μέταλλα, κυρίως λόγω της ευκολίας με την οποία αυτά υποδιαιρούνται σε μικρότερες μονάδες (και ως εκ τούτου μεταφέρονται εύκολα) και λόγω της δυσκολίας με την οποία αυτά φθείρονται. Ως γ) παγκόσμιο χρήμα, το χρήμα έχει μια ύπαρξη απολύτως σύστοιχη με την έννοιά του, δηλαδή αποτελεί ολοκληρωτικά μέτρο των αξιών των εμπορευμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο, υπερβαίνοντας τα εθνικά νομίσματα, σε επίπεδο δηλαδή παγκόσμιας εμπορευματοχρηματικής κυκλοφορίας. Από την εποχή του Μάρξ για λόγους που αναφέρθηκαν χρησιμοποιούνταν ως καθολικώς αποδεκτό παγκόσμιο χρήμα ο χρυσός και το ασήμι. ''Το παγκόσμιο χρήμα λειτουργεί σαν γενικό μέσο πληρωμής, σαν γενικό αγοραστικό μέσο, και σαν απόλυτη κοινωνική υλοποίηση του πλούτου γενικά (universal wealth). Επικρατεί η λειτουργία του μέσου πληρωμής για την εξόφληση διεθνών λογαριασμών...δεν πρόκειται ούτε για αγορά, ούτε για πληρωμή, παρά για μεταβίβαση πλούτου από τη μια χώρα στην άλλη, και όπου αποκλείεται η μεταβίβαση αυτή με τη μορφή των εμπορευμάτων είτε εξαιτίας της κατάστασης στην αγορά εμπορευμάτων (σ.σ υφεσιακή, κρισιακή), είτε εξαιτίας του ίδιου του σκοπού που επιδιώκει η μεταβίβαση''(2).
       Το χρήμα συμβολίζει, αντανακλά τον κοινωνικό πλούτο, μόνο η ανθρώπινη (παραγωγική) εργασία παράγει πρόσθετο πλούτο. Στον καπιταλισμό, μόνο η μισθωμένη στον κεφαλαιοκράτη εργασία παράγει πρόσθετη αξία (υπεραξία), κέρδος. Το χρήμα δεν γεννά χρήμα με την έννοια του πρόσθετου πλούτου, όπως υπονοείται ή θεωρείται από κάποιους σήμερα, παρά μόνο φαινομενικά. ''Η παραγωγή αγαθών και εισοδημάτων προϋποθέτει και συνεπάγεται την ανταλλαγή. Ωστόσο κατά την ανταλλαγή και μόνη δεν παράγονται ούτε αγαθά ούτε εισοδήματα (σ.σ πλούτος). Έτσι πχ στο χρηματιστήριο, όπου γίνεται απλώς και μόνον ανταλλαγή περιουσιακών στοιχείων, χρήματος με μετοχές και αντιστρόφως, δεν παράγονται κατ'αυτή την ανταλλαγή ούτε αγαθά ούτε εισοδήματα και συνεπώς ούτε και κέρδη. Ό,τι εκεί ονομάζεται κέρδος (ή ζημία) είναι απλώς και μόνον το ποσό της ανατίμησης (ή υποτίμησης) περιουσιακών στοιχείων (σ.σ με δεδομένη ωστόσο κάποια αξία, η οποία δεν αυξάνεται ή μειώνεται), εν προκειμένω μετοχών, όταν αυτά εκποιηθούν. Επίσης των άθροισμα των ''κερδών'' και των ''ζημιών'' είναι πάντα μηδενικό''(3). Ακόμη και μια ποσότητα χρήματος που χορηγείται ως έντοκο δάνειο, δεν παράγει πρόσθετη αξία, πρόσθετο πλούτο, όπως μοιάζει να συμβαίνει εν είδη του επιτοκίου που αυξάνει το αρχικό χρηματικό ποσό. Ο παραγόμενος πλούτος, η υπεραξία, δημιουργείται με την παραγωγική ανθρώπινη εργασία, και κατανέμεται στην συνέχεια σε όσους έχουν έννομη αξίωση άμεσα ή έμμεσα πάνω σε αυτόν τον πρόσθετο πλούτο, όπως ο κεφαλαιοκράτης ως εργοδότης, ο δανειστής του κεφαλαιοκράτη κ.α. Έτσι λοιπόν, ο πλούτος που παράγεται και κατανέμεται σε εργοδότες, σε τράπεζες, στο Δημόσιο (μέσω φόρων) κτλ, δημιουργείται μοναχά κατά την παραγωγική εργασία, και διασπείρεται, διαθλώμενος μέσα από χρηματοοικονομικές διαμεσολαβήσεις, στους διαφορετικούς επικαρπωτές του.
      Το χρήμα, όπως ήδη λέχθηκε, αποτελεί το ''μέτρο'' των αξιών. Κάτι που είχε ήδη παρατηρήσει ο Αριστοτέλης είναι ότι όταν ανταλλάζονται δύο αγαθά με διαφορετική ποιοτική σύσταση (πχ κρεβάτια-τραπέζια) η ανταλλαγή αυτή μπορεί να γίνει μόνο εφόσον βρίσκεται ένας κοινός παρονομαστής, ένα κοινό μέτρο. Οι ποσοτικές αναλογίες μεταξύ των πραγμάτων (πχ 1 κρεβάτι=2 τραπέζια) είναι δυνατές μόνο εφόσον έχουμε ένα κοινό ποιοτικό υπόστρωμα. Δεν μπορείς να συγκρίνεις μήλα και αχλάδια, παρά μόνο αν βρεις κάτι τρίτο, μια τρίτη ποιότητα, στην οποία και τα δύο αναφέρονται (''φρούτα'', ''νοστιμιά'', ''τιμή'' κτλ). Αυτό το τρίτο, για τα εμπορεύματα, είναι η ανθρώπινη εργασία. Κοινό ποιοτικό υπόβαθρο όλων των εμπορευμάτων είναι η κοινωνικά αναγκαία αφηρημένη εργασία που δαπανήθηκε για αυτά, και μετρική μονάδα του το χρήμα. Οι προϋποθέσεις της ισχύος της μαρξικής θεωρίας της αξίας, η σχέση της με τις τιμές κτλ, είναι κάτι που δεν θα μας απασχολήσει εδώ, αφού εκφεύγει της παρούσας προβληματικής.
      Έτσι λοιπόν, ποιοτικά διαφορετικά εμπορεύματα, έρχονται σε ποσοτικές αναλογίες αναφερόμενα σε ένα μέτρο, το χρήμα. ''Το μέτρο είναι το ποιοτικό ποσόν κατ'αρχήν ως κάτι άμεσο-ένα ποσόν με το οποίο είναι συνδεδεμένο ένα προσδιορισμένο-Είναι ή μια ποιότητα...Το ειδικό ποσόν [ή μέτρο] είναι ένα σκέτο ποσόν, και το προσδιορισμένο-Είναι είναι ικανό για μια αύξηση ή μείωση, χωρίς το μέτρο (που τότε είναι κανόνας) να αναιρείται''(4). Έτσι λοιπόν, το προσδιορισμένο-Είναι ή αλλιώς το κοινό ποιοτικό υπόστρωμα των εμπορευμάτων είναι η κοινωνικά αναγκαία αφηρημένη ανθρώπινη εργασία, ότι δηλαδή αυτά έχουν αξία, η οποία μετριέται με μέτρο (κανόνα) το χρήμα, και εμπειρικά εμφανίζεται μετασχηματισμένη σε τιμή (ανάλογα με τις διακυμάνσεις προσφοράς-ζήτησης και άλλους ad hoc παράγοντες). Η περίπτωση της ''αμετρίας'' (ποσοτική υπέρβαση του μέτρου και αναίρεση του κανόνα), εδώ δεν μας ενδιαφέρει.
      Βεβαίως, υπάρχουν και άλλες, σύγχρονες μορφές χρήματος, όπως το πλαστικό και το λογιστικό χρήμα. Ας εμμείνουμε το χρήμα στην κλασική του μορφή, έχοντας έτσι μια απλή και συνοπτική εικόνα  της λειτουργίας του.

                                      To ''χρήμα'' στον σοσιαλισμό
 
     Πρέπει από τα παραπάνω αναφερόμενα να συναχθεί ένα σημαντικό συμπέρασμα: το χρήμα ανταποκρίνεται σε ορισμένες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, αφορά τις ταξικές κοινωνίες στις οποίες αναπτύσσονται σε σημαντικό βαθμό οι εμπορευματικές σχέσεις. Από την στιγμή που το εμπόρευμα, άρα οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις, γίνεται η απλούστερη, καθολική και συστατική οικονομική κατηγορία του κοινωνικού γίγνεσθαι, πράγμα που συμβαίνει στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, από την στιγμή αυτή το χρήμα κυριαρχεί, ''το χρήμα κινεί τον κόσμο''. Ωστόσο, θα γίνει σαφές ότι το χρήμα δεν είναι η μοναδική νοητή κοινωνική διαμεσολάβηση των διαφορετικών ποιοτικά ανθρώπινων εργασιών. Μια άλλη κοινωνική οργάνωση, η κομμουνιστική, μπορεί θα αντικαταστήσει το χρήμα.
     Ευθύς αμέσως κανείς αναρωτιέται. Είναι δυνατόν να αντικατασταθεί το χρήμα; Πώς θα ανταλλάσσονται τα προιόντα; Ασφαλώς και στην σοσιαλιστική κοινωνία θα υπάρχει κάποιο κοινωνικό σύμβολο, κάποιο ''κοινωνικό ιερογλυφικό'' το οποίο θα αποτυπώνει με υλικό και διυποκειμενικά αποδεκτό τρόπο την κοινωνική εργασία, έτσι ώστε με την διαμεσολάβησή του να μπορεί ο κάθε παραγωγός να ανταλλάσσει την εργασία που προσέφερε στην κοινότητα, με αγαθά που του είναι απαραίτητα. Πριν αναγράψει η κοινωνία στην σημαία της ''από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του'', θα είναι απαραίτητη αυτή η διαμεσολάβηση της μιας μορφής εργασίας (προσφερόμενη εργασία) με μια άλλη (ενσωματωμένη σε αγαθά εργασία). Και αυτό γιατί ο σοσιαλισμός ανακύπτει από την καπιταλιστική κοινωνία, και δεν είναι ακόμη ώριμος κομμουνισμός, επομένως φέρει πολυεπίπεδα τα στίγματα της προηγούμενης κοινωνίας.
     Ο Μάρξ περιγράφει την διαδικασία ως εξής: ''Ο κάθε παραγωγός παίρνει-αφού γίνουν πια οι περικοπές (σ.σ εννοεί το ''κοινό κεφάλαιο'', περικοπές αναγκαίες για την κοινότητα, υγεία, πρόνοια, δημόσια έργα, επισκευή μέσων παραγωγής κτλ)-το ακριβές ισοδύναμο εκείνου που έδωσε στην κοινωνία. Εκείνο που της έδωσε είναι η ποσότητα ατομικής του εργασίας. Πχ η κοινωνική ημέρα εργασίας αποτελείται από το άθροισμα των ατομικών ωρών εργασίας. Η ατομική ώρα εργασίας του κάθε παραγωγού είναι το μέρος που συνεισφέρει στην κοινωνική ημέρα εργασίας , το μέρος με το οποίο συμμετέχει σε αυτήν. Ο παραγωγός παίρνει από αυτήν μια απόδειξη, ότι συνεισέφερε τόσες ώρες εργασίας (μετά την αφαίρεση της εργασίας του για το κοινό κεφάλαιο) και με την απόδειξη αυτή αποσύρει απ'το κοινωνικό απόθεμα των μέσων κατανάλωσης μια ποσότητα αντικειμένων που περιέχουν ίση ποσότητα εργασίας. Την ίδια ποσότητα εργασίας που έδωσε στην κοινωνία υπό μια μορφή, την παίρνει πίσω από άλλη μορφή. Είναι φανερό ότι εδώ επικρατεί η ίδια αρχή που ρυθμίζει την ανταλλαγή εμπορευμάτων, εφόσον πρόκειται για ανταλλαγή ίσων αξιών. Η ουσία και η μορφή διαφέρουν, γιατί, λόγω της μεταβολής των συνθηκών (σ.σ εννοεί τις συνθήκες εργασίας, ανατροπή καπιταλισμού κτλ) κανείς δεν μπορεί να συνεισφέρει τίποτε άλλο απ΄την εργασία του και γιατί, απ'την άλλη μεριά, τίποτε άλλο παρά μόνο μέσα κατανάλωσης μπορούν να περάσουν στην κυριότητα του κάθε παραγωγού''(5).
     Αυτή η ''απόδειξη'' διαφέρει λοιπόν από το χρήμα στα εξής δύο που αναφέρονται στο τέλος του αποσπάσματος. Αφενός μόνον αυτήν μπορεί να συνεισφέρει ο παραγωγός στην κοινωνία και μόνο αυτήν μπορεί να ανταλλάξει έναντι αγαθών, αφετέρου τα αγαθά αυτά μπορούν να είναι μόνο μέσα καταναλωσης, δηλαδή όχι μέσα παραγωγής (ούτε όπλα, ούτε μέσα μαζικής μεταφοράς, ούτε πλουτοπαραγωγικές πηγές κ.α). Το πρώτο εξ αυτών σημαίνει ότι στον σοσιαλισμό, μόνο η εργασία μπορεί να ανταλλαχθεί με αγαθά, συνεπώς κάποιος που δίχως λόγο (χωρίς να ανήκει στις κατηγορίες που ενισχύει η κοινωνική πρόνοια όπως οι ηλικιωμένοι κτλ)) δεν εκτελεί παραγωγική εργασία, δεν μπορεί να ανταλλάξει οτιδήποτε άλλο με αγαθά (πχ εκμεταλλευόμενος την εργασία άλλων). Επίσης, από το πρώτο εκ των δύο χαρακτηριστικών της απόδειξης συνάγεται ότι η απόδειξη είναι ατομικά ορισμένη. Αφορά την συγκεκριμένη εργασία ενός συγκεκριμένου παραγωγού, με τις ατομικές ώρες εργασίας του να αποτελούν μέρος της συνολικής κοινωνικής εργασίαςΟ τάδε εργαζόμενος δουλεύει, παίρνει σε αντάλλαγμα την ανταλλάξιμη με καταναλωτικά αγαθά απόδειξη της εργασίας του, και μόνο αυτός μπορεί να ανταλλάξει την απόδειξή του. Η απόδειξη είναι απόδειξη της ατομικής (ατομικά ορισμένης) εργασίας, φέρει την σφραγίδα του ποιοτικά συγκεκριμένου προσώπου-παραγωγού. Αντιθέτως, το χρήμα δεν είναι ατομικά ορισμένο, γεγονός που επιτρέπει πχ να γίνεται αντικείμενο πίστωσης. Μια απόδειξη ενός παραγωγού δεν θα μπορούσε να ''πωληθεί'', σαν δάνειο με επιτόκιο, σε άλλον, αφού αυτός δεν θα μπορούσε να την χρησιμοποιήσει, όπως μπορεί να χρησιμοποιήσει το απρόσωπο, μη-ατομικά ορισμένο χρήμα. Το χρήμα έτσι χάνει τις ιδιότητές του ως γενικό μέσο πληρωμής σε εμπορικές συναλλαγές, χάνει την πιστωτική λειτουργία του, παύει το ''εμπόριο του χρήματος'', όπου τράπεζες πωλούν το χρήμα το οποίο έχει κατατεθεί στο δυναμικό τους, έναντι επιτοκίου.
    Το δεύτερο χαρακτηριστικό της απόδειξης, ότι αυτή δηλαδή ανταλλάσσεται μόνο με μέσα κατανάλωσης, σημαίνει ότι δεν μπορεί κάποιος, έχοντας σωρεύσει αποδείξεις ατομικής εργασίας, να τις ανταλλάξει με μέσα παραγωγής, τα οποία ανήκουν κατά κυριότητα συνολικά στην κοινότητα. Δεν μπορεί να αφαιρέσει δηλαδή από την κοινότητα κάποιο μέσο παραγωγής του πλούτου, μέτρο που εμποδίζει την ανάδυση νέων καταχραστών του ανθρώπινου μόχθου. Πάντως, έτσι και αλλιώς η απόκτηση μέσων παραγωγής μέσω ατομικών αποδείξεων θα ήταν μηδαμινού ενδιαφέροντος, αφού οι ατομικές ώρες μιας εργασίας ενός παραγωγού δεν θα μπορούσαν να σωρεύσουν αποδείξεις με αξία ικανή για μια σημαντική συσσώρευση μέσων παραγωγής, που θα απέληγε σε έναν κεφαλαιοκράτη, συν του ότι δεν θα υπήρχαν οι ευνοικές για αυτόν συνθήκες (ελεύθερη αγορά κτλ). Είναι ωστόσο εύλογος ο περιορισμός της απόκτησης μέσων κατανάλωσης και αναγκαστικά προκύπτει από την όλη λογική της σοσιαλιστικής κοινωνίας, με την συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Όπως ήδη σημειώθηκε, η ανταλλαγή της απόδειξης μόνο με μέσα κατανάλωσης εμποδίζει και από την σώρευση άλλων ''προιόντων'' που θα προσέδιδαν ισχύ στον παραγωγό, όπως θα ήταν πχ πολεμικά μέσα της κοινότητας.
    Εδώ βέβαια θα αναρωτιόταν κανείς, όπλα στην εδώ περιγραφόμενη κοινωνία; Kι όμως, βάσει του τί ήταν σοσιαλισμός για τον Λένιν και τους επιγόνους, αυτό δεν φαίνεται παράξενο (ας σκεφτούμε την ΕΣΣΔ). Όμως στην ειρηνική σοσιαλιστική κοινωνία που περιγράφει ο Μάρξ, κάτι τέτοιο μοιάζει αντιφατικό. Πρόκειται για ένα θέμα που απαιτεί ξεχωριστή πραγμάτευση, και αφορά την έννοια του σοσιαλισμού, τις αντιφάσεις της εννοιολόγησής του στον μαρξισμό και τις δυσκολίες που ενέχει ένας τέτοιος''ορισμός''.

                                 Η κοινωνική λειτουργία του χρήματος

    Το χρήμα, όπως και το κεφάλαιο, είναι μια κοινωνική σχέση. Το κεφάλαιο δημιουργείται όταν ικανής ποσότητας χρηματικός πλούτος συναντά μια ελεύθερη αγορά μέσων παραγωγής, πρώτων υλών και εργατικών δυνάμεων. Από δυνάμει το χρήμα γίνεται ενεργεία κεφάλαιο, εξαγοράζοντας τα μέσα παραγωγής και μισθώνοντας την εργατική δύναμη, η οποία δαπανόμενη κατά την παραγωγική διαδικασία παράγει υπεραξία. Αυτήν την πρόσθετη (σε σχέση με την αξία του μισθού) αξία, την υπερ-αξία, καρπώνεται ο κεφαλαιοκράτης και αυτή επισωρεύεται στο αρχικό επενδυμένο κεφάλαιο Χ, δίνοντας το αυξημένο κεφάλαιο Χ'. Το κεφάλαιο έχει ''αυτοαξιοποιήσει'' τον εαυτό του. Το κεφάλαιο μπορεί να να εμφανίζεται με διάφορες μορφές (ως δάνειο, ως ενεργό κεφάλαιο κατά την παραγωγή κτλ), πράγμα που αποδεικνύει ότι δεν είναι απλώς ένας σωρός από εργάτες, μέσα παραγωγής και χρήμα, αλλά μια κοινωνική σχέση που αλλάζει μορφές και η οποία έχει ως συνεκτικά της στοιχεία όλα όσα αναφέρθηκαν. Αντιθέτως, το χρήμα ''διατηρεί πάντοτε την ίδια μορφή μέσα στην ίδια υπόσταση, και έτσι μπορεί πιο εύκολα να γίνει αντιληπτό σαν ένα σκέτο πράγμα''(6). Εντούτοις, όπως είδαμε και προηγουμένως, το χρήμα έχει και αυτό διαφορετικές λειτουργίες της οποίες εκπληρώνει ως νόμισμα, κατά την διάρκεια των συναλλαγών, ως ''ακίνητο'' θησαυρισμένο χρήμα έξωθεν της εμπορευματικής κυκλοφορίας, ή ως παγκόσμιο χρήμα (στην πιο ειδική αυτή περίπτωση εγγράφεται ως παγκόσμιας εμβέλειας κοινωνική σχέση σε μια διαφορετική ύλη, πχ χρυσός, εξακολουθώντας ωστόσο να δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται απλώς για ένα ''απτό, σκέτο πράγμα'', όπως οι ράβδοι χρυσού).
    Όπως ήδη έχει σημειωθεί, το χρήμα εκφράζει την in abstracto θεωρούμενη κοινωνική εργασία, και σε μια ορισμένη ποσότητά του αντανακλάται η ποσότητα κοινωνικά αναγκαίας εργασίας που ενσωματώνεται σε ένα εμπόρευμα, η αξία του . Αν δοθεί έμφαση στο ότι το χρήμα εκφράζει την αφηρημένη ανθρώπινη εργασία, τονίζεται το γεγονός της κοινωνικής συνάφειας και αλληλεξάρτησης, η οποία σφυρυλατείται μεταξύ των παραγωγών κατά την λειτουργία του κυκλώματος παραγωγής-διανομής-ανταλλαγής και κατανάλωσης. Αλλά προσοχή: αυτή η αφηρημένη ανθρώπινη εργασία δεν είναι εργασία γενικώς, αλλά πρόκειται για μια αφαίρεση των ατομικών εργασιών εντός του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, άρα πρόκειται για αφηρημένη ανθρώπινη-εντός-του-ΚΤΠ- εργασία. Αν δοθεί έμφαση στο ότι το χρήμα αποτελεί το καθολικό ισοδύναμο των αξιών των εμπορευμάτων, τονίζεται το γεγονός της πραγματοποίησης των αξιών στην αγορά και την πώληση, κατά την ανταλλαγή των εμπορευμάτων. Επιπλέον, το χρήμα ως κεφάλαιο (κάτω από τις προϋποθέσεις που ήδη αναφέρθηκαν) αποτελεί μια σχέση κοινωνικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, της εργατικής από την αστική τάξη. Όλες οι παραπάνω θεάσεις αποτελούν αδιάσπαστα συγκροτητικά στοιχεία της έννοιας του χρήματος στον ΚΤΠ, και έχουν την σφραγίδα του συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής.
    Κάνοντας μια παρομοίωση από τον χώρο της βιολογίας, η οικονομική και η κοινωνική ζωή, με την ανάπτυξη των εμπορευματικών και τελικά των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων, αποκτά το κυκλοφοριακό της σύστημα-δίκτυο αλληλοσυσχετίσεων. Το γεγονός αυτό οφείλεται στην αφηρημένη ανθρώπινη εργασία ως γενίκευση από τις ατομικές εργασίες των παραγωγών, οι οποίες συνολικοποιούνται σε αυτήν την ''αφηρημένη ανθρώπινη εργασία'' λόγω της κοινωνικής τους συνάφειας με την ανάπτυξη της κοινωνικοποίησης της εργασίας. Οι παραγωγοί/ καταναλωτές ωστόσο δεν θα ήταν πραγματικά ενοποιημένοι (με τον αντιφατικό τρόπο μιας ταξικής κοινωνίας), αν απλώς αλληλοσχετίζονταν μέσω της κοινωνικής εργασίας, χωρίς την μεσολάβηση του χρήματος, που αποτελεί υλική σήμανση και πριν από όλα υλοποίηση αυτής της κοινωνικής συνάφειας. Για αυτό, η δημιουργία του ''κυκλοφοριακού συστήματος'' συμπίπτει με την ''ροή'' των εμπορευμάτων εντός του. Δεν αναπτύχθηκαν πρώτα με συνεκτικό τρόπο οι κοινωνικές δικτυώσεις των παραγωγών και των καταναλωτών και ύστερα τις μεσολάβησε το χρήμα, αλλά συνεκτικές μεταξύ των οικονομικά δρώμενων κοινωνικές σχέσεις και εμπορευματο-χρηματικές σχέσεις ιστορικά και λογικά συμπίπτουν.

    Η αλληλεξάρτηση στον ζωτικό χώρο της οικονομίας εκβάλλει αναγκαία και στις υπόλοιπες σφαίρες του κοινωνικού γίγνεσθαι. Το χρήμα αποτελεί ενοποιητικό στοιχείο όχι απλώς της παραγωγικής δραστηριότητας, αλλά της σύνολης κοινωνικής διαδικασίας, παραγωγής και αναπαραγωγής. Η ενότητα όμως που προκύπτει είναι μια ενότητα αντιφατική, που σπαράσσεται από την πάλη των τάξεων και την αντίθεση ζωντανής και νεκρής εργασίας. Ωστόσο, το χρήμα είναι ένας ιστός που αγκαλιάζει όλες τις κοινωνικές σχέσεις παρά την αντιφατικότητά τους. Εμφανίζεται και στις δύο απέναντι όχθες του ταξικού ανταγωνισμού, ως κεφάλαιο από την πλευρά της αστικής τάξης (ή ως τραπεζικό δάνειο κτλ), αλλά και ως εργατικός μισθός από την πλευρά της εργατικής τάξης, συνεπώς το χρήμα είναι ένα διαταξικό αντικείμενο της επιθυμίας. Εκφράζοντας την εντός του ΚΤΠ ανθρώπινη εργασία αφηρημένα και ανταλλασσόμενο με όλα τα παραγόμενα αγαθά, συσκοτίζει τον ταξικό του ρόλο, ''αυτομυστικοποιούμενο'' ως ένα απλό, ''φυσικό'', ''αιώνιο'' και ορθολογικό μέσο συναλλαγής, αναγκαίο τόσο για την επιβίωση όσο και για την παραμικρή απόλαυση των υλικών και πνευματικών επιτευγμάτων της ανθρωπότητας, του ανθρώπινου πλούτου.
    Είναι φυσικό και επόμενο, καθώς το χρήμα προκαλεί την επιθυμία τόσο των ανταγωνιστικών τάξεων όσο και των ενδιάμεσων στρωμάτων, να παράγει ιδεολογικά αποτελέσματα πολύτιμα για την αναπαραγωγή του ταξικά προσδιορισμένου κοινωνικού όλου. Εφόσον το χαρακτηριστικό της κυρίαρχης ιδεολογίας είναι, εκτός από το να αποτελεί ιδεολογία της άρχουσας τάξης, να μπορεί αυτή να γίνει κτήμα και των υπόλοιπων κοινωνικών ομάδων, εξασφαλίζοντας για την άρχουσα τάξη την ηγεμονία, το χρήμα, με υλικό υπόβαθρο τον κοινωνικό του ρόλο και την έξαψη της επιθυμίας σύσσωμης της ''κοινωνίας των ιδιωτών'', αποτελεί το έμβλημα της κυρίαρχης ιδεολογίας. Το γεγονός βέβαια αυτό είναι η αιτία που πολλά δήθεν επαναστατικά προτάγματα μένουν στην εμπειρική αμεσότητα της συνάντησης με το χρήμα, θεωρώντας το την πηγή όλων των δεινών, δίχως να διαμεσολαβούν αυτήν την αμεσότητα αίροντάς την διαλεκτικά, έως το επίπεδο της αντίφασης κεφαλαίου-εργασίας, έως δηλαδή την ουσία της κοινωνικής καταπίεσης.
    Η εμπειρική ''αμεσότητα'' του χρήματος, με την διαμεσολάβηση του μαρξιστικού σκέπτεσθαι, υπόκειται σε άρση ως το επίπεδο της ''ουσίας'' της παραγωγής υπεραξίας και αυτοαξιοποίησης του κεφαλαίου. Μέσα από το μαρξιστικό πρίσμα, ένα νήμα συνδέει το χρήμα που αντανακλά υλικά την αξία, την αφηρημένη στον ΚΤΠ ανθρώπινη εργασία, τον πλούτο, με την διαδικασία παραγωγής της αξίας, του πλούτου, την παραγωγή. Διαγκωνιζόμενοι οι άνθρωποι για περισσότερο πλούτο, για χρήμα, στην πραγματικότητα ζητούν ένα μεγαλύτερο ''κομμάτι'' από την ''πίτα'' της παραγωγής πλούτου. Από μέσο της ανταλλαγής, το χρήμα γίνεται αυτοσκοπός. Μικροσκοπικά, για κάθε άτομο ξεχωριστά, το χρήμα πράγματι ταυτίζεται με τον πλούτο, και η σώρευση χρημάτων πολλαπλασιάζει την ικανότητα απόκτησης αγαθών, καθώς όλα είναι ανταλλάξιμα με το χρήμα. Επομένως, καθώς δεν φαίνεται να μεσολαβεί κανένα εμπόδιο ανάμεσα στην απόκτηση χρήματος και στην απόκτηση ενός αντίστοιχης αξίας καταναλωτικού αγαθού, ανάμεσα στο μέσο και στον σκοπό, η κατάκτηση του μέσου ταυτίζεται με την κατάκτηση του σκοπού, το χρήμα είναι το μοναδικό, αναγκαίο και επαρκές μέσο, άρα ο τελικός (αυτο)σκοπός.
    Μακροσκοπικά όμως, σε κοινωνικό επίπεδο, το χρήμα δεν είναι ο πλούτος, αλλά αντανακλά τον πλούτο. Πλούτος είναι τα πραγματικά, ποιοτικά συγκεκριμένα αγαθά που έχουν παραχθεί, και μοναδικός παραγωγός πλούτου είναι η ανθρώπινη εργασία. Για παράδειγμα, το πληθωριστικό χρήμα που κόβουν σε κάποιες ιστορικές φάσεις οι τράπεζες σημαίνει την μείωση της αξίας που εκφράζει η κάθε νομισματική μονάδα (εσωτερική υποτίμηση του νομίσματος), και με το πέρασμα του χρόνου οι περισσότερες νομισματικές μονάδες θα πρέπει να έρθουν σε αντιστοιχία με τον δεδομένο πραγματικό πλούτο, την συνολική αξία που έχει παραχθεί, για αυτό μειώνεται και η αξία της κάθε νομισματικής μονάδας. Με άλλα λόγια, περισσότερα χαρτονομίσματα για την κοινωνία δεν σημαίνουν περισσότερο πλούτο. Αντίθετα κάτι τέτοιο ισχύει για το κάθε μεμονωμένο άτομο, το οποίο διαθέτει περισσότερα χρήματα από κάποιο άλλο, χωρίς να διαταράσσεται η συνολική λειτουργία. Δισεκατομμύρια που δεν αντανακλούν πραγματικό πλούτο, ''φούσκες'', ακούμε να γίνονται καπνός σε κρισιακές καταστάσεις, στα διεθνή χρηματιστήρια.
   Τελικά τα άτομα, διεκδικώντας μεγαλύτερους μισθούς, bonus, συμμετέχοντας σε τυχερά παιχνίδια, εμπλεκόμενα σε παράνομες δραστηριότητες κ.α, ουσιαστικά διεκδικούν ένα μεγαλύτερο μερίδιο κατά την διαδικασία των κατανομών της κοινωνικά παραγόμενης υπεραξίας. Το άτομο αν δεν καταναλώνει απλώς όσα λαμβάνει ως αντάλλαγμα για την εργασία του, αποταμιεύει (συνήθως στις τράπεζες), δανείζεται ή, στην περίπτωση που διαθέτει αμύθητα πλούτη, απλώς αποθησαυρίζει. ''...Η ώθηση της αποταμίευσης διαλογίζεται ανοιχτά το θάνατο, τον τρόμο της αρρώστιας, την επιθυμία της διαιώνισης μέσω των απογόνων. Υπάρχει όμως ακόμη κι η ώθηση του δανεισμού, αν μπορώ να το πω έτσι, με την κατανάλωση σαν την ύστατη συνέπειά της, η ασταμάτητη σπατάλη. Και μετά υπάρχει κι η ώθηση
του χρήματος χάρη του χρήματος, η καθαρή ευχαρίστηση της αποθησαύρισης...Τι βλέπουμε αυτή τη στιγμή της αλήθειας για την οικονομική κρίση, στην οποίαν είμαστε; Ότι τίποτε δεν αξίζει, ότι το χρήμα είναι σαν τα σκατά! Εδώ βρίσκεται το πραγματικό, που αναστατώνει όλα τα λόγια. Κάποιοι το λένε, ευγενικά, “τα τοξικά κεφάλαια”''(7). ''Τοξικά κεφάλαια'', επενδυτικές φούσκες παραγώγων και άλλων επενδυτικών ''προϊόντων''.
      Η συμβολικά παρουσιαζόμενη, απλή εμπορευματική αλληλουχία Χ-Ε-Χ', που παρουσιάζει την αυτοαξιοποίηση του μετατρεπόμενου σε κεφάλαιο χρήματος μέσω της μίσθωσης παραγωγικής εργασίας, αποτελεί την καλύτερη δυνατή απεικόνιση εκείνου που περιγράφηκε ως αντικατάσταση του σκοπού από το μέσο. Πρόκειται για την ''ενόρμηση'', η οποία, σε αντίθεση με την απλή ''επιθυμία'' που μετατοπίζεται από το ένα αντικείμενο στο άλλο, χαρακτηρίζεται από μια κυκλική σπειροειδή κίνηση, όπου το μέσον με το οποίο θα πραγματοποιήσουμε τον σκοπό, μετατρέπεται σε ''σκοπό του εαυτού του''.  Στον βαθμό όμως που όλα τα άτομα κυνηγούν την σώρευση όλου και περισσότερου χρήματος, αγωνίζονται για ένα μεγαλύτερο μερίδιο στην κοινωνικά παραγόμενη υπεραξία, χωρίς να θίγουν την ίδια την συστατική πράξη της παραγωγής υπεραξίας, που βασίζεται στην καπιταλιστική εκμετάλλευση των εργαζομένων. Διάφορες συγκρούσεις μεταξύ των κοινωνικών ομάδων, με κυρίαρχη την ανταγωνιστική ταξική σύγκρουση, συντελούνται για την μερίδα του λέοντος από το πλεόνασμα-υπεραξία. ''Το πλεόνασμα, που οριοθετείται από το καπιταλιστικό σύμπαν με τη συστατική του
εξαίρεση (σ.σ εξαίρεση από τις ''ίσες ανταλλαγές'', η απόσπαση υπεραξίας έναντι μισθού), γίνεται η αντικειμενική αιτία της επιθυμίας για το κάθε ένα υποκείμενο αυτού του καπιταλιστικού όλου: από τον εργαζόμενο που απαιτεί ένα συνδικαλιστικό πριμ (επίδομα αποδοτικότητας) μέχρι τον διευθυντή που απαιτεί μπόνους''(8).
     Βέβαια, την ενόρμηση αυτή, την αενάως συντηρούμενη θέληση για απόκτηση χρήματος, εδραιώνει το καλλιεργούμενο στον άνθρωπο της καπιταλιστικής κοινωνίας αίσθημα της καταναλωτικής έλλειψης. Η έλλειψη αυτή αφετηριακά πρέπει να είναι έλλειψη ενός συγκεκριμένου αγαθού. Ωστόσο, η διαρκής εναλλαγή των αντικειμένων της επιθυμίας, η ''στοχοποίηση'' ενός αγαθού, η πλήρωση της έλλειψής του και η μετέπειτα στοχοποίηση ενός επόμενου, αν ιδωθεί από κάποια απόσταση, εξαλείφει το ποιοτικά συγκεκριμένο των καταναλωτικών αγαθών, το μεγάλο πλήθος αυτών που το άτομο επιθυμεί διαδοχικά να καταναλώσει μας οδηγούν στην αφαίρεση του ''καταναλωτικού αγαθού'' και της κατανάλωσης ''γενικά''. Μοιάζει πολύ λιγότερο σημαντική η ποιοτική σύσταση του αγαθού και το αισθητηριακά συγκεκριμένο της απόλαυσης που προκαλεί, και πολύ περισσότερο σημαντική η καθεαυτή πράξη υπερκάλυψης καταναλωτικών''αναγκών'' που βρίσκονται σε σειριακή ακολουθία, ώστε να μιλούμε για επιθυμία και τάση κατανάλωσης γενικά, άσχετα από το αντικείμενό της.''...Η έλλειψη και η αρνητικότητα είναι εγγραμμένη μέσα στο κοινωνικό κύκλωμα της κυρίαρχης ατομιστικής, καταναλωτικής κουλτούρας που ρυθμίζει τις κοινωνικές σχέσεις. [...] Η αρνητικότητα και η συστατική έλλειψη που δημιουργεί συσχετίζονται με την έλλειψη συγκεκριμένων προϊόντων· σε μια έλλειψη, με άλλα λόγια, η οποία μπορεί να ανακουφιστεί μέσω της κατανάλωσης. Να ανακουφιστεί ναι, αλλά όχι να κορεστεί. Ωστόσο, αυτή η μη ικανοποίηση είναι πραγματικά αναγκαία για τη διαιώνιση της επιθυμίας, στηρίζοντας έτσι το καταναλωτικό κύκλωμα του ύστερου καπιταλισμού»(9).

    Το χρήμα λοιπόν είναι μια γνήσια, με την διαλεκτική έννοια, σχέση, μια κοινωνική σχέση, αφού ταυτόχρονα είναι και δεν είναι ταυτόσημο με τον εαυτό του. Έχει μία αλλά και πολλές μορφές, τόσες ώστε, με το εύρος των δυνατών του μεταμορφώσεων, τείνει να μοιάσει με ''απόλυτη μορφή'', ή με κάτι δίχως μορφή, που είναι το ίδιο. Οι ιδιότητες του αυτές μοιάζουν θεικές, ώστε το χρήμα να φαντάζει, στον νου που είναι προσκολλημένος στην εμπειρία, το ριζικά ''Καλό'', ή το ριζικά ''Κακό''. Για αυτό ο Σοφοκλής, δια στόματος της Αντιγόνης, αναφώνησε "Οὐδὲν γὰρ ἀνθρώποισιν οἷον ἄργυρος κακὸν νόμισμ' ἔβλαστε''(10)ενώ ο Ηράκλειτος, συγκρίνοντας την ύψιστη οντολογικά αρχή  της φιλοσοφίας του με το χρήμα, είπε:  ''Τα πάντα ανταλλάσσονται με το πυρ και το πυρ με τα πάντα, όπως τα εμπορεύματα με το χρυσάφι και το χρυσάφι με τα εμπορεύματα''(11). 

   Ο σοσιαλισμός-κομμουνισμός είναι μια κίνηση που καταργεί όλες τις ταξικές και προταξικές μορφές εκμετάλλευσης, αποδομεί το κράτος και την δυνατότητα κάθε ''μικροφυσικής της εξουσίας'', αποφετιχοποιεί τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων. Η παραγωγική δραστηριότητα στον κομμουνισμό είναι μια δημιουργική-καλλιτεχνική και όχι καταναγκαστική δραστηριότητα, αφού τα απαραίτητα προς το ζην εξασφαλίζονται για τον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του. Η εργασία αλλάζει μορφή και περιεχόμενο, παραμένοντας η παραγωγική σχέση του ανθρώπου με την Φύση και με την εσώτερη φύση, τον εαυτό του, τις ορμές, τις επιθυμίες του, είναι πλέον ελεύθερη ανθρώπινη δραστηριότητα. Ο πλούτος δεν εκφράζεται σε χρήμα και αυτοσκοπός δεν μπορεί πια να είναι το χρήμα παρά η πνευματική παραγωγή που την ιδιοποιείται συλλογικά η κοινότητα και ο ελεύθερος βιωμένος χρόνος που αφήνεται στο άτομο για την αυτοανάπτυξή του.



(1) Κ.Μάρξ, ''Το Κεφάλαιο'', τόμος πρώτος, σελ. 142 και επ.
(2) Ο.π, σελ. 156 και 157.
(3) Γ.Σταμάτης, '' Η διάβρωση της κομμουνιστικής θεωρίας από αστικά ιδεολογήματα'', από τη στήλη ''Κίνηση Ιδεών'', σελ 150-151, http://library.panteion.gr:8080/dspace/handle/123456789/3411
(4) Γκ.Χέγκελ, ''Επιστήμη της Λογικής'', σελ. 244-245.
(5) Κ.Μάρξ, ''Κριτική των προγραμμάτων Γκότα και Εμφούρτης, σελ 37.
(6) Βλ Κ.Μάρξ, ''Προκαπιταλιστικοί Οικονομικοί Σχηματισμοί'', εκδ. Κέδρος.
(7) Βλ Jacques-Alain Miller, ''Ψυχανάλυση της οικονομικής κρίσης'', συνέντευξη μεταφρασμένη στο διαδίκτυο.
(8) Τζερέν Αιζσελτσούκ - Γιάχυα Μ. Mάντρα, στο άρθρο ''Ψυχανάλυση και Μαρξισμός''.
(9) Γ.Σταυρακάκης, όπως παρατίθεται στο αμέσως παραπάνω άρθρο, από το βιβλίο του ''Re-Activating the Democratic Revolution: The Politics of Transformation Beyond Reoccupation and Conformism''.
(10) ''Γιατί κανένας θεσμός δεν φύτρωσε στους ανθρώπους άλλος τόσο κακός όσο το χρήμα...'', Σοφοκλής, ''Αντιγόνη'', στίχος 295.
(11) Ηράκλειτος, ''Άπαντα'', απόσπασμα 90, εκδόσεις Ζήτρος.

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2011

Για την μαρξιστική εννοιολόγηση της ''προσωπολατρίας''



   Η μελέτη της Σοβιετικής Ένωσης και της πρώτης στα χρονικά προσπάθειας σοσιαλιστικής οικοδόμησης για την ''έφοδο στον ουρανό'', αποτελεί τον πλέον αξιόπιστο δείκτη θεωρητικής επάρκειας και ανάπτυξης κάθε πολιτικού χώρου που επικαλείται τον μαρξισμό και τον ιστορικο-υλιστικό αναστοχασμό του κοινωνικού γίγνεσθαι, με σκοπό της χειραφέτηση της ανθρωπότητας. Η ιστορία της ΕΣΣΔ και η διακύμανση της ταξικής πάλης, μέχρι αυτή, από το modus vivendi με ταξικό πρόσημο υπέρ της εργατικής τάξης, να διαβεί το κατώφλι του ποιοτικού άλματος προς έναν συσχετισμό υπέρ της κεφαλαιοκρατίας, δοκιμάζει τα αναλυτικά εργαλεία και τον βαθμό ικανότητας του κομμουνιστικού κινήματος να φέρει πράγματι την ρήξη, ώστε να μην είναι οι μελλοντικές προσπάθειες απέλπιδες μιμήσεις ''θετικών'' και μηχανιστικές δαιμονοποιήσεις ''σφαλμάτων'' του παρελθόντος.
   Χαρακτηριστικό παράδειγμα ελλιπούς θεωρητικής μαρξιστικής εμβάθυνσης στον πυρήνα, την ουσία των γεγονότων είναι, κατά την ταπεινή μου γνώμη, η παραφιλολογία περί προσωπολατρίας της περιόδου επί γενικής γραμματείας του Ι.Στάλιν, η οποία βρίσκει σήμερα την ιστορική αναδρομική της δικαίωση στην περίφημη ''μυστική έκθεση'' του Χρουτσώφ στο 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (''Η προσωπολατρία και οι επιζήμιες συνέπειές της''), η οποία διατίθεται και στο διαδίκτυο. Ο Χρουτσώφ με αυτό το κείμενο, προσέφερε μια ''ερμηνεία'' αρνητικών πτυχών της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ και μάλιστα αναφορικά με την πλέον επίμαχη περίοδο, η οποία προσωποποίησε τις πραγματικές υλικές αντιφάσεις, που εξακολουθούσαν να μαίνονται την περίοδο που συνέταξε την έκθεση αυτή. Πρόκειται για μια συνήθη, άθλια μέθοδο που εφαρμόζει και το πολιτικό σύστημα της άρχουσας τάξης. ''Προβλήματα'', ''στρεβλώσεις'' που ανακύπτουν σε τελική ανάλυση από τις αντικειμενικές αντιφάσεις της ταξικής πάλης, της οικονομικής βάσης, της σχέσης βάσης-εποικοδομήματος, παραμορφώνονται και γίνονται προσωποπαγή ζητήματα. Άπαξ και μία τέτοια ''στρέβλωση'' γίνεται προσωποπαγής, μένει απλά να αφαιρεθεί ή να εκλείψει το πρόσωπο, η ρίζα του κακού ή και το κακό το ίδιο προσωποποιημένο, ώστε να πάψει αυτό που όλοι αποστρέφονται μετά βδελυγμίας. Έτσι η αστική τάξη και η αστική θεώρηση της ιστορίας, ισχυρίζεται πως την ιστορία μονοκονδυλιά την γράφουν οι προσωπικότητες, και αν κάτι δεν βαίνει καλώς, ο αφανισμός της παθογόνου προσωπικότητας εξαφανίζει και την εστία της μόλυνσης.
   Η έννοια της προσωπολατρίας προφανώς δεν είναι μαρξιστική, δεν απαντάται σε καμία θεωρητική ανάλυση των κλασικών του μαρξισμού, παρά μόνο σε κάποια σχόλιά τους για πολύ συγκεκριμένες παραδειγματικές περιπτώσεις (όπως κάποια γράμματα του Μαρξ που χρησιμοποιεί ο Χρουτσώφ). Δεν σχετίζεται όμως, έτσι αυτοτελής, υπό καμιά εκδοχή με την μαρξιστική θεωρία. Αυτό που πρέπει να εξετάσουμε, και θα το δούμε στην συνέχεια, είναι μήπως η έννοια της προσωπολατρίας υπάγεται σε κάποια ευρύτερα έννοια γένους, την οποία έχουν επεξεργαστεί οι θεωρητικοί του μαρξισμού. Ειδάλλως, θα έπρεπε να δοθεί μια πρωτότυπη ιστορικο-υλιστική εξήγηση του φαινομένου. Ωστόσο, αυτή η έννοια γένους, όπως θα δούμε, υπάρχει, και μάλιστα ως ένα σύστημα εννοιών.
   Ακόμη και σήμερα, λοιπόν, διαχέεται μεταξύ άλλων και από χώρους μαρξιστικής αναφοράς, η άποψη ότι για τα φαινόμενα των διώξεων και διαφόρων αυθαιρεσιών, ''φταίει'' η προσωπολατρία στον Στάλιν, η οποία του προσέφερε νομιμοποίηση ώστε να κάνει ''το κουμάντο του'', εμποδίζοντας την εργατική τάξη και τα σύμμαχά της στρώματα να αντιληφθούν από κάποια απόσταση το τί πραγματικά συνέβαινε. Μάλιστα, αυτή η προσωπολατρία παρουσιάζεται τεχνηέντως δημιουργημένη και επιβεβλημένη ''απέξω'' στους σοβιετικούς, με την χρησιμοποίηση των μέσων προπαγάνδας που τους έκαναν περίπου μια πλύση εγκεφάλου. Καμιά φορά, επιχειρείται να δοθεί μια ιστορικο-υλιστική ''χροιά'' στην παραφιλολογία της προσωπολατρίας, με το επιχείρημα ότι σε δύσκολες ιστορικές περιόδους πολέμου, κακουχίας, οξυμένης ταξικής πάλης, ο λαός λατρεύει τους ηγέτες του, τους θεοποιεί, αναζητώντας ένα ''αποκούμπι'' και ένα σύμβολο που να τον εμπνέει, έναν ''φάρο ελπίδας''.
   Γιατί όμως ο λαός θεοποιεί τους ηγέτες του; Γιατί δεν ηρωοποιεί την συλλογικότητα, τον ίδιο και τους συνανθρώπους του, που η ενότητά τους και όχι το ένα ή το άλλο πρόσωπο του επτρέπει να αντιπαρέρχεται τις δυσκολίες, και ειδικά για την σοβιετική εμπειρία, του επιτρέπει να ανθίσταται στην πίεση που ασκείται από την ταξική πάλη; Γιατί δεν βλέπει ότι το κόμμα και ο γενικός γραμματέας απλώς συνοψίζουν την δύναμη που ο ίδιος διαθέτει, ότι είναι ο καθρέφτης και όχι αυτή η ίδια η πηγή της ισχύος του; Αυτά τα ερωτήματα πρέπει να απαντηθούν, και όπως θα φανεί παρακάτω, οι απαντήσεις δεν είναι καθόλου αυτές οι ταυτολογίες που είθισται να παρουσιάζονται ως αιτίες του φαινομένου. Η προσωπολατρία, δεν οφείλεται σε μια καθολική, στο ''ανθρώπινο dna'', ανάγκη θεοποίησης των ηγετών. Πιο πίσω στην αιτιακή αλυσίδα, υπάρχει το αίτιο της ανάγκης της ίδιας, δηλαδή η ''αναγκαία διάσταση'', η νομοτελειακή διάσταση του φαινομένου της προσωπολατρίας, σε αντιδιαστολή με την καλλιέργειά και διόγκωσή του από τα ΜΜΕ κ.ο.κ.
   Η προσωπολατρία είναι μια μυστικοποίηση, ειδωλοποίηση, ένας φετιχισμός που αναφέρεται όχι σε πράγματα αλλά σε πρόσωπα, μια θεοποίηση. Είναι μια λατρευτική συμπύκνωση αλλοτριωτικών κοινωνικών σχέσεων στα πρόσωπα μελών της κοινωνίας, μια συμπύκνωση η οποία σκεπάζει τις πραγματικές σχέσεις, το περιεχόμενο, με μία από τις μορφές που αυτές προσλαμβάνουν, δηλαδή με το μεμονωμένο πρόσωπο του ηγέτη-αξιωματούχου, ώστε να φαίνεται το πρόσωπο αυτό η ίδια η πραγματικότητα των κοινωνικών σχέσεων, και όχι το αντικαθρέφτισμά τους. Όπως το φετιχοποιημένο σκήπτρο του βασιλιά φαντάζει πηγή δύναμης και εξουσίας, ενώ συμβολίζει κυριαρχικές σχέσεις και δεν παράγει αλλά ''φωτίζει'' την πραγματικότητα του εξουσιασμού, έτσι και η προσωπολατρία του λαού σε ένα πρόσωπο καταδεικνύει μια γενικευμένη μυστικοποίηση των πραγματικών κοινωνικών σχέσεων, η οποία ελλοχεύει κάθε φορά στα δίπολα κυρίαρχων αντιθέσεων, με την υπεροχή του ενός πόλου έναντι του έτερου και την ανάδυσή του ως Άλλου, Αλλότριου, υπερέχοντος και εξωτερικού, αντικειμενικοποιημένου και επιβεβλημένου πάνω στην αδύναμη πλευρά της αντίθεσης. Πολλές ομοιότητες, βάσει των παραπάνω, παρουσιάζει η θρησκευτική λατρεία με την προσωπολατρία, η οποία, μεταξύ άλλων, εδράζεται στην μυστικοποίηση της φύσης καθώς αυτή επιβάλλεται στον άνθρωπο σαν αλλότρια δύναμη, εντός της διαλεκτικής και αντιθετικής σχέσης ανθρώπου-Φύσης. Η ανισότητα των αντιθέτων και η επιβολή της Φύσης στον άνθρωπο, εκφράζεται στην καθυπόταξή του από τις φυσικές δυνάμεις αλλά και στο γεγονός του θανάτου (όπου η αντίθεση λύνεται με την αναίρεση του ενός πόλου, του ανθρώπου, και τον μετασχηματισμό του σε ανόργανη ύλη). Ο άνθρωπος πιστεύει στον Θεό γιατί μυστικοποιεί την ισχυρή πλευρά αυτής της διαλεκτικής σχέσης και προσπαθεί να την εξημερώσει ανορθολογικά με την λατρεία και την θυσία, γιατί δεν μπορεί να την υπαγάγει στον ορθολογικό του έλεγχο, της γνώσης και του μετασχηματισμού προς όφελός του. Την αλλοτριωτική και αλλοτριωμένη από αυτόν ανθρώπινη πίστη, την καθυπόταξη στο μη γνώσιμο-μη ελέγξιμο και την σχέση του με αυτό, την βιώνει μεταμορφωμένη σε αισθητηριακά ισοδύναμα, συναισθήματα δέους, ανημποριάς, παραίτησης, ελπίδας. Έτσι και στην προσωπολατρία, όπου το λατρευτικό αντικείμενο είναι εγκόσμιο (όπως άλλωστε και οι θρησκευτικοί ηγέτες ή τα θρησκευτικά σύμβολα-φετίχ), το φαινόμενο το ίδιο μας καταδεικνύει ότι υπάρχει μυστικοποίηση, φετιχισμός στις πραγματικές κοινωνικές σχέσεις, και υποταγή σε μια αλλότρια δύναμη που βαίνει κάθετα και αντιθετικά προς εκείνους που έντονα αισθάνονται να βρίσκονται κατώτερα σε μια ιεραρχική διάταξη. Το αποσπασμένο και απο-γειωμένο  το πρόσωπο που λατρεύεται συν-οψίζει και φέρει συμβολικά αντιθετικές σχέσεις και την ανισότητα του κυρίαρχου στοιχείου που μυστικοποιείται και υπερτίθεται.
   Η ανάλυση αυτή αναφαίνεται στο ''Κεφάλαιο'' του Κ.Μάρξ, στην ενότητα ''ο φετιχικός χαρακτήρας του εμπορεύματος και το μυστικό του''(σελ 84). Εκεί αναφέρεται πώς οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, οι οποίοι παράγουν τα εμπορεύματα, στην σφαίρα της κυκλοφορίας παρουσιάζονται ως σχέσεις μεταξύ πραγμάτων, μεταξύ εμπορεύματων. Οι ποσοτικές συσχετίσεις των εμπορευμάτων όπως αντανακλώνται στο ποιοτικό τους ισοδύναμο, το χρήμα, αλλά και οι ιδιότητες που αυτά έχουν έχοντας γίνει αντικείμενο της αφηρημένης ανθρώπινης εργασίας, εμφανίζονται ως φυσικές ιδιότητές τους, σαν το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα, και όχι ως ένυλες εκφράσεις των ανθρώπινων κοινωνικών σχέσεων στην σφαίρα της παραγωγής που πραγματοποιούνται ολοκληρωτικά όταν το εμπόρευμα πωλείται στην αγορά εργασίας. Τα εμπορεύματα είναι ορατά ως τέτοια, μαγικά και ποθητά αντικείμενα, λατρεύονται ως τέτοια και μυστικοποιούνται, υποκρύπτοντας την πραγματικότητα της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας και της ταξικής πάλης που κρύβεται πίσω τους. ''Η μορφή του ξύλου λχ, μεταβάλλεται όταν φτιάχνουν από αυτό ένα τραπέζι. Παρ'όλα αυτά το τραπέζι παραμένει ξύλο, ένα κοινό αισθητό πράγμα. Μόλις όμως εμφανίζεται σαν εμπόρευμα, μετατρέπεται σε αισθητό υπεραίσθητο πράγμα. Δε στέκεται μόνο με ταπ όδια του στο έδαφος, μα απέναντι σε όλα τ'άλλα εμπορεύματα πατάει με το κεφάλι κάτω και αρχίζει το ξυλένιο του κεφάλι να γεννοβολά φαντασιοπληξίες, πιο θαυμαστές ακόμα κι από το αν άρχιζε να χορεύει στα καλά καθούμενα..το μυστηριώδες της εμπορευματικής μορφής συνίσταται λοιπόν απλούστατα στο ότι αντανακλάει στους ανθρώπους τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της δουλειάς τους σαν υλικά χαρακτηριστικά των προιόντων της εργασίας, σαν φυσικές κοινωνικές ιδιότητες αυτών των πραγμάτων, για αυτό η κοινωνική σχέση των παραγωγών με τη συνολική εργασία φαίνεται σ'αυτούς σαν μια κοινωνική σχέση αντικειμένων που υπάρχει έξω από αυτούς(1)''. Πιο κάτω ο Μάρξ σημειώνει:''Πρόκειται μόνο για την καθορισμένη κοινωνική σχέση των ίδιων των ανθρώπων που παίρνει εδώ την φαντασμαγορική μορφή μιας σχέσης ανάμεσα σε πράγματα. Για να βρούμε λοιπόν μια αναλογία, πρέπει να καταφύγουμε στη νεφελώδικη περιοχή του θρησκευτικού κόσμου. Εδώ τα προιόντα του ανθρώπινου κεφαλιού φαίνονται σαν νά'ναι προικισμένα με δική τους ζωή, σαν αυτοτελείς μορφές που βρίσκονται σε σχέσεις μεταξύ τους και με τους ανθρώπους(2)''. Στη συνέχεια, αναφερόμενος στο φαινόμενο του φετιχισμού στις διάφορες μορφές του και σε παλαιότερες της αστικής κοινωνίες, ο Μάρξ κάνει ακόμη μια πολύ σημαντική παρατήρηση:''Oι παλιοί εκείνοι (ενν. Αρχαία Ελλάδα κ.α) κοινωνικοί παραγωγικοί οργανισμοί είναι πολύ πιο απλοί και πιο διάφανοι από τον αστικό, στηρίζονται όμως είτε πάνω στην ανωριμότητα του ανθρώπου σαν ατόμου που δεν έχει ακόμα αποσπαστεί από τον ομφάλιο λώρο της φυσικής σχέσης του με τους άλλους ανθρώπους του γένους, είτε πάνω σε άμεσες σχέσεις κυριαρχίας και υποδούλωσης. Καθορίζονται από μια χαμηλή βαθμίδα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας και από αντίστοιχα περιορισμένες σχέσεις των ανθρώπων μέσα στα πλαίσια του υλικού προτσές παραγωγής της ζωής τους, επομένως από περιορισμένες σχέσεις μεταξύ τους και προς την φύση. Αυτός ο πραγματικός περιορισμός αντικαθρεφτίζεται ιδεατά στις παλιές φυσικές και λαικές θρησκείες. Η θρησκευτική αντανάκλαση του πραγματικού κόσμου μπορεί γενικά να εξαφανιστεί μόνο από τη στιγμή που οι σχέσεις της πρακτικής καθημερινής ζωής θα εκφραστούν για τους ανθρώπους καθημερινά καταφανείς λογικές σχέσεις μεταξύ τους και προς τη φύση.Η μορφή του κοινωνικού προτσές της ζωής, δηλ. του υλικού προτσές της παραγωγής θ'αποβάλει τον μυστικιστικό νεφελώδικο πέπλο της μόνο από τη στιγμή που σαν προιόν μιας ελεύθερης κοινωνικής ένωσης ανθρώπων θα βρίσκεται κάτω από το συνειδητό σχεδιασμένο έλεγχό τους. Για το σκοπό αυτό απαιτούνται ωστόσο μια υλική βάση της κοινωνίας ή μια σειρά υλικοί όροι ύπαρξης, που με τη σειρά τους πάλι είναι το αυθόρμητο προιόν ενός μακρόχρονου και βασανιστικού προτσές ανάπτυξης(3)''.
    Πρόκειται για θεμελιώδεις και κομβικής σημασίας παρατηρήσεις. Η θρησκευτική αντανάκλαση του κόσμου και η μυστικιστική ομίχλη που συγκαλύπτει τις πραγματικές υλικές και κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, θα εξαφανιστεί μοναχά στον ώριμο κομμουνισμό. Η σοσιαλιστική μετάβαση είναι, ανάμεσα σε όλα τα άλλα, μια διαδικασία απομυστικοποίησης των κοινωνικών σχέσεων, κατά βάση των παραγωγικών αλλά και ευρύτερα όλων των σχέσεων διανθρώπινης επικοινωνίας. Επομένως, ακόμη και αν στην Σοβιετική Ένωση φαινομενικά η θρησκευτική αντανάκλαση ήταν εξαιρετικά αποδυναμωμένη, ο φετιχισμός και η μυστικοποίηση των πραγματικών σχέσεων παίρνει μια άλλη μορφή, αυτήν της λατρείας στο πρόσωπο του γενικού γραμματέα του κόμματος και των προηγούμενων ηρώων της σοσιαλιστικής επανάστασης, αλλά και του Συμβουλίου των Υπουργών, των μελών του Πολιτικού Γραφείου και όσων έχουν τον πρώτο λόγο στον κεντρικό σχεδιασμό της παραγωγής. Όσο προχωρά η σοσιαλιστική οικοδόμηση, πρέπει να προχωράει και η απομυστικοποίηση-αποφετιχοποίηση των παραγωγικών και των κοινωνικών σχέσεων, άρα να εξαλείφονται βαθμιαία τα φαινόμενα προσωπολατρίας και ειδωλοποίησης, σε έναν μαρασμό σαν εκείνο του κράτος, έως τον ώριμο κομμουνισμό.
    Η σοσιαλιστική κοινωνία είναι μια κοινωνία που αναδύεται από τα σπλάχνα του καπιταλισμού. Η μάχη του παλιού με το καινούργιο είναι η μάχη ανάμεσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και τις αστικές παραγωγικές σχέσεις, που πρέπει οριστικά να αρθούν, και τις κομμουνιστικές σχέσεις οι οποίες αρχικά υπάρχουν σπερματικά και, όσο προωθείται η υπόθεση του κομμουνισμού, τόσο πρέπει να εξαπλώνονται κατ'έκταση και κατ'ένταση. Ο φετιχισμός των παραγωγικών σχέσεων και η μυστικοποίηση είναι απομεινάρι του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά και όλων των προγενέστερων αυτού, και αίρεται βαθμιαία με την οικοδόμηση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Η προσωπολατρία αποτελεί επιφαινόμενο της μυστικοποίησης των ανθρώπινων σχέσεων που κληρονομείται από την ''προ-ιστορία της ανθρωπότητας'', και αυτή η μυστικοποίηση και ο φετιχισμός διατηρούνται κατά την σοσιαλιστική μετάβαση στον κομμουνισμό. Και αυτό γιατί τα μέσα παραγωγής δεν έχουν κοινωνικοποιηθεί πλήρως (αντίφαση νομικοπολιτικής/τυπικής-ουσιαστικής κοινωνικοποίησης της παραγωγής), δηλαδή το υλικό προτσές παραγωγής της ζωής των ανθρώπων δεν βρίσκεται κάτω από τον συνειδητό έλεγχο όλης της κοινωνίας, αφού ακόμη διεξάγεται η ταξική πάλη με νέες μορφές, αυτή της αντίθεσης πνευματικής-χειρωνακτικής εργασίας (και διευθυντικής-εκτελεστικής), πόλης χωριού κτλ. Στην σοσιαλιστική οικοδόμηση, η αντίθεση της διευθυντικής-εκτελεστικής εργασίας γίνεται πιο βασική, καθώς η υπό στενή έννοια ταξική αντίθεση κεφαλαίου εργασίας αίρεται, και φαίνονται σε καθαρή μορφή οι προ-ταξικές αντιθέσεις στο υπόστρωμα αυτής, που πλέον καθίστανται μετα-ταξικές, σε ένα ανώτερο επίπεδο (όπως ακριβώς ο κομμουνισμός είναι η άρση της ατομικής ιδιοκτησίας και η επιστροφή στον πρωτόγονο κοινοκτητικό τρόπο παραγωγής, αλλά σε ένα κατά πολύ ανώτερο επίπεδο). Έτσι λοιπόν, ο σχεδιασμός της παραγωγής γίνεται κυρίαρχα από το κόμμα της εργατικής τάξης, και όχι από την ίδια την εργατική τάξη, πράγμα που θα είναι δυνατόν μόνο στον ώριμο κομμουνισμό και θα σημάνει και την κατάργηση της ίδιας της εργατικής τάξης ως τάξης. Το γεγονός αυτό, ότι υπάρχει ακόμα η διάσταση πνευματικής-χειρωνακτικής εργασίας και η παραγωγή δεν διευθύνεται από όλα τα μέλη της κοινωνίας αλλά κυρίαρχα από το κομμουνιστικό κόμμα (όχι απόλυτα: βλέπε διάκριση γενικού πλάνου και ειδικών πλάνων), παράγει εκείνο το Αλλότριο, έξωθεν επιβεβλημένο, που υπερτίθεται ως ισχυρότερο του άλλου πόλου της αντίθεσης, των εκτελεστών. Οι παραγωγικές σχέσεις δεν έχουν απομυστικοποιηθεί-αποφετιχοποιηθεί πλήρως, καθώς ο σχεδιασμός είναι ακόμη απομακρυσμένος και αποσπασμένος από την εργατική τάξη ως πανοπτικός έλεγχος και ρύθμιση των όρων της υλικής της ύπαρξης, αλλά και πιο μικροσκοπικά, στο εσωτερικό των εργοστασίων και των άλλων χώρων της εργασίας (όπου διατηρείται η εξουσία και η μισθολογική υπεροχή του διευθυντή). Το κράτος και το δίκαιο υπάρχουν ακόμα, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό λόγω και των ιστορικών συνθηκών στην Σοβιετική Ένωση, το χάσμα γνώσης μεταξύ των μελών της εργατικής τάξης και του κόμματος διατηρείται (δεν μπορούν όλοι να ασκήσουν πανοπτικό έλεγχο των διαφορετικών πολυκλαδικών παραγωγικών συγκροτημάτων), οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις σε έναν βαθμό επιβιώνουν, η ταξική πάλη και με φορά από το εξωτερικό στο εσωτερικό θεριέβει. Αλλά ακόμα, δεν έχει αρθεί η  διάκριση νεκρής-ζωντανής εργασίας, και δεν έχουμε περάσει από την εκτατική στην εντατική ανάπτυξη της οικονομίας, που θα αυτοματοποιήσει σημαντικούς κλάδους της παραγωγής, θα μειώσει δραστικά την χειρωνακτική εργασία, θα απελευθερώσει τον ελεύθερο χρόνο, θα ομογενοποιήσει την παραγωγική διαδικασία ώστε να μπορεί να ασκήσει ο καθένας σε αυτήν έλεγχο, θα αμβλύνει τις βιολογικές-σωματικές ανισότητες.
   Το ότι λοιπόν η προσωπολατρία εντείνεται, πρέπει να αποτελεί χαρακτηριστικό σημάδι της μυθολογικής όψης των πραγματικών σχέσεων και όξυνσης της αντίθεσης διευθυντικής-εκτελεστικής εργασίας ως τον βαθμό της αντίφασης. Αυτό σημαίνει, πως για την ΕΣΣΔ τα φαινόμενα προσωπολατρίας (τεράστια πορτρέτα και παρελάσεις προς τιμήν του ενός ή του άλλου πολιτικού ταγού, προπαγανδιστικές ''αγιογραφίες'', και αργότερα μαυσωλεία επιφανών ηγετών του κομμουνιστικού κινήματος!!!)  έπρεπε να αποτελέσουν εφαλτήριο αποφετιχοποίησης των παραγωγικών σχέσεων, με τον περαιτέρω εκδημοκρατισμό τους, με την διάχυση του ελέγχου των παραγωγικών συγκροτημάτων στην εργατική τάξη, όσο ασφαλώς θα επέτρεπαν οι αντικειμενικές συνθήκες. Έτσι, όπως αναφέρει και ο Μάρξ, οι παραγωγοί θα έβλεπαν τις μεταξύ τους σχέσεις λιγότερο μυστηριώδεις και αποκομμένες από αυτούς και περισσότερο λογικές, διαφανείς, κοινωνικές μεταξύ τους υλικές σχέσεις, Θα συνειδητοποιούσαν ότι είναι οι ίδιοι και η ενότητά τους που αναπαράγει την ύπαρξη τους και τον πνευματικό τους πλούτο, και όχι το ένα ή το άλλο πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται ως φυσικό του χαρακτηριστικό αυτή η ενωτική ισχύς, ενώ στην πραγματικότητα την συμβολίζει. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά την ανατροπή-κατάρρευση της ΕΣΣΔ και την πλήρη (και θεσμικά εκφρασμένη) άνοδο της κεφαλαιοκρατίας, άνθισαν ο εθνικισμός και οι διάφορες μεταφυσικές και θρησκευτικές δοξασίες. Η μυστικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων που χρόνια θέριεβε σε ένα καθεστώς το οποίο υποτίθεται ότι έβαινε προς τον κομμουνισμό, προσέλαβε πια τις μορφές που τις αντιστοιχούν σε ένα καπιταλιστικό καθεστώς, και εγκολπώθηκε πλήρως στις πλέον κατάλληλες και σύμμορφες με αυτήν αστικές σχέσεις παραγωγής.
   Βεβαίως, όταν αναφέρεται κανείς στην προσωπολατρία, πρέπει να έχει υπόψη του ένα ειδικό χαρακτηριστικό κατά την σοσιαλιστική μετάβαση προς τον κομμουνισμό. Το πέρασμα αυτό είναι το πρώτο στην ιστορία της ανθρωπότητας συνειδητά σχεδιασμένο πέρασμα από τον ένα τρόπο παραγωγής στον άλλο. Τον αγώνα αυτό αναλαμβάνει το κομμουνιστικό κόμμα και η εργατική τάξη, και ακριβώς λόγω αυτού του συνειδητού χαρακτήρα περάσματος που πρέπει να άρει όλους τους προηγούμενους τρόπους παραγωγής της ατομικής ιδιοκτησίας (και όχι μόνο τον ΚΤΠ), ακριβώς για αυτό ο υποκειμενικός παράγοντας διαδραματίζει σπουδαιότερο ρόλο. Το εποικοδόμημα συγχωνεύεται με την οικονομική βάση, οι παραγωγικές σχέσεις με τις παραγωγικές δυνάμεις, οι πλευρές των βασικών αντιθέσεων παιρνούν η μία στην άλλη και αλληλοαναιρούνται. Οι παραγωγικές σχέσεις γίνονται σε μεγάλο βαθμό διοικητικές και διευθύνονται κυρίαρχα από το κόμμα της εργατικής τάξης. Το γεγονός αυτό απολήγει στο να έχουν οι πολιτικοί εκπρόσωποι της εργατικής τάξης αύξοντα ρόλο. Άρα η εκδήλωση του φετιχισμού και της μυστικοποίησης των παραγωγικών και κοινωνικών σχέσεων στα πρόσωπα του πολιτικού προσωπικού που κυρίαρχα αναλαμβάνουν την σχεδιοποίηση και συνολικά δρομολογούν αυτό το κολοσσιαίο ποιοτικό άλμα, είναι πολύ πιθανότερη. Η προσωπολατρία ήταν για την ΕΣΣΔ αναγκαία και αναπόφευκτη στο στάδιο αυτό, όπως και το κράτος, αλλά θα πρέπει να αναγνωρίζεται ως εχθρός σύμφυτος με τον χαρακτήρα της σοσιαλιστικής μετάβασης, και να γίνονται προσπάθειες ώστε αυτή να φθίνει. Αυτό μπορεί να γίνει έμπρακτα, με την όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή και εγγύτητα της εργατικής τάξης στον κεντρικό σχεδιασμό και την άμβλυνση της αντίθεσης διευθυντικής-χειρωνακτικής εργασίας αλλά και την περιστολή της σφαίρας των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων και του χρήματος, πέρα από τις άλλες ιδεολογικές προλεταριακές μορφές, μέσα από τις οποίες συνειδητοποιούνται οι όντως ούσες σχέσεις παραγωγής και αποκωδικοποιούνται σε λογικές σχέσεις μεταξύ συνεργαζόμενων ανθρώπων.
    Οι κομμουνιστές δεν πρέπει να καλλιεργούν το δέος και τον θαυμασμό που αναγκαία εμπνέει στους συντρόφους τους κάθε ηρωική τους πράξη ή κάθε ανώτερη δεξιότητά τους, την οποία επιστρατεύουν στον κοινό τους αγώνα με την εργατική τάξη. Αντίθετα, πρέπει να προάγουν την συλλογική δράση, τονίζοντας την συμπληρωματικότητα όλων των μελών, ''ανάλογα με τις ικανότητές τους'', στο σύνολο, ''ανάλογα με τις ανάγκες του''. Η αντίληψη αυτή και η πρόταξη της ανθρώπινης, λογικής και κοινωνικής ενότητας που τίποτα το φενακισμένο από υπεράνθρωπες δυνάμεις και μεταφυσικές ικανότητες δεν κρύβει (όπως δεν κρύβει καμιά απόλυτη γνώση και κανένα αλάθητο), είναι ένα προαπείκασμα και το καλύτερο παράδειγμα του κομμουνιστικού, συλλογικού μας μέλλοντος. Για αυτόν τον λόγο, όταν βλέπουμε και ακούμε ξέφρενες εκδηλώσεις λατρείας προς τον ένα ή τον άλλο αγωνιστή του κινήματος, όταν η συνθηματολογία περιστρέφεται γύρω από ονόματα και όχι από ρηξικέλευθες ιδέες και στόχους, όταν η κριτική στο ένα ή το άλλο ιστορικό πρόσωπο γίνεται ταμπού και ταυτίζεται με ''αντικομμουνισμό'', καλύτερα να προσέχουμε λίγο τα λόγια μας και σε ποιούς αποδίδονται τα πιστοποιητικά του ''καθαρού μαρξισμού.''
   Η συμβολοποίηση και η ειδωλοποίηση μορφών του κομμουνιστικού κινήματος, είναι απαραίτητο συνεκτικό στοιχείο εντός της εργατικής τάξης, καθώς ακόμη και τα φύσει και θέσει επαναστατικά υποκείμενα εργασίας αναπτύσσονται μέσα στις συνθήκες της καπιταλιστικής αγοράς και ενός αλλοτριωμένου κόσμου. Το σημεία αναφοράς του ταξικού αγώνα, οι μύθοι του επαναστατικού παρόντος και μέλλοντος και τα προλεταριακά ιδανικά, είναι όπλα που επιστρατεύονται και αντιστρατεύονται τους μύθους, τα ιδανικά και τα σύμβολα του ταξικού εχθρού. Σε μια διαλεκτική των μέσων-σκοπών, η χρήση τους είναι θεμιτή όσο και αναπόφευκτη, όπως εκείνη η πύρινη γλώσσα της υπερβολής που σφράγισε πολλές διατυπώσεις των κλασικών μαρξιστών, σε πολιτικές συγκυρίες που έπρεπε να ανθίσει το επαναστατικό όραμα. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε, πως όλες αυτές οι τακτικές συμβολικών επικλήσεων, δεν πρέπει να μας απορροφούν μέσα τους, καθώς αντλούν τις προϋποθέσεις αποτελεσματικότητάς τους από την αλλοτρίωση και την αδυναμία αυτοσυνείδησης του σημερινού κόσμου, που θέλουμε να υπερβούμε.

(1)Κ.Μάρξ, το Κεφάλαιο, σελ 84,85, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.
(2)Ό.π, σελ 86.
(3)Ό.π, σελ 93.